Ο Βαρνάβας Ανδρέου ξαναζωντανεύει τις «νεκρές» γραφομηχανές

Μπορεί η τεχνολογία να καλπάζει, αλλά ο κ. Βαρνάβας δεν πτοείται, συνεχίζει να κάνει αυτό που ξέρει πολύ καλά, να επιδιορθώνει γραφομηχανές

ΤΙΣ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΕΣ τις νιώθω σαν παιδιά μου και τις φροντίζω με την ίδια αγάπη όπως φροντίζω τα παιδιά μου


Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που νοσταλγούν τόσο πολύ το παρελθόν σαν να ζουν σε αυτό, αγνοώντας όσο μπορούν την τεχνολογία αλλά και το παρόν… Ένας από αυτούς, ο κ. Βαρνάβας Ανδρέου από την Περιστερώνα, γεννημένος το 1948, νυμφευμένος, με τρία παιδιά. Ένας άνθρωπος που η αγάπη και το μεράκι του για τις γραφομηχανές και κυρίως η επιμονή του να τις κρατήσει «ζωντανές» στη σημερινή σύγχρονη εποχή, προκαλεί πραγματικά συγκίνηση. Ίσως είναι ο μόνος στην Κύπρο και από τους λίγους στον κόσμο που συνεχίζει να επιδιορθώνει τέτοιου είδους μηχανήματα. Η «Σημερινή» τον εντόπισε και πραγματικά είχε να μάθει πολλά από τον κ. Βαρνάβα, κυρίως για τις θυσίες που μπορεί να κάνει κάποιος όταν αγαπά και σέβεται το επάγγελμά του.

Το βιβλίο της ζωής του…

Πέμπτη πρωί και συναντιόμαστε στο μαγαζί του στην οδό Πινδάρου, στη Λευκωσία. Μας υποδέχεται με ένα πλατύ χαμόγελο και μια σεμνότητα που ακόμη και αν κάποιος δεν τον γνωρίζει, γίνεται αμέσως αληθινά αγαπητός. Πρώτη του κουβέντα: «Καλώς τα παιδιά. Τι να σας κεράσουμε;». Αφότου έρχεται ο καφές, ο κ. Ανδρέου αρχίζει να μας ανοίγει το βιβλίο της ζωής του, μεγάλο κομμάτι της οποίας είναι απόλυτα συνδεδεμένο με γραφομηχανές και τα εξαρτήματά τους. Αρχίζει να αναπολεί το παρελθόν και κάνει την πρώτη του «στάση» όταν ακόμη πήγαινε Γυμνάσιο. Θυμάται το καλοκαίρι όταν πήγε για εκπαίδευση στον τεχνικό γραφομηχανών Πάτροκλο Κυρμίτση.

Και συνεχίζει: «Όταν πλησίασε ο καιρός να επαναρχίσουν τα μαθήματα στο σχολείο, πήγα στον Κυρμίτση και του είπα ‘‘μάστρε, θα σταματήσω από τη δουλειά’’. Το βράδυ ο Κυρμίτσης επισκέφθηκε τον πατέρα μου, για να τον πείσει να μ’ αφήσει στη δουλειά. Του είπε μάλιστα χαρακτηριστικά: ‘‘Κύριε Ανδρέα, ο Βαρνάβας έχει μεγάλη κλίση. Αν τελειώσει το σχολείο, θέλεις να τον κάνεις ένα γραμματικούιν; Είναι κρίμα να χάσει αυτήν την ευκαιρία ο Βαρνάβας’’. Μετά από σκέψη ο πατέρας μου αποφάσισε πως για το καλό μου θα έπρεπε να συνεχίσω να εργάζομαι εκεί, κάτι, βέβαια, που έγινε».

Έτσι στα 15 του, τότε, ο Βαρνάβας πιάνει για τα καλά δουλειά στον δάσκαλό του Πάτροκλο. Αρχίζει να μαθαίνει τι σημαίνει να βγάζεις χρήματα με τον ιδρώτα σου. Τι σημαίνει να κοπιάζεις και να αμείβεσαι, να νιώθεις ανεξάρτητος και κυρίως να κάνεις κάτι που αγαπάς και σέβεσαι πολύ. Στον Κυρμίτση, μας ανέφερε στη συνέχεια, έμεινε για 19 συνεχή χρόνια (έως 1982), ώσπου έκανε το μεγάλο βήμα και άνοιξε τη δική του επιχείρηση. Στο μεσοδιάστημα ο κ. Ανδρέου κατατάγεται στον στρατό, παντρεύεται στη Ζώδια και αποκτά τρία παιδιά, δύο κορίτσια και ένα αγόρι, για τα οποία μιλά πάντοτε με καμάρι.

«Έτσι γνώρισα τον Γρίβα»

Για την εποχή της θητείας του στον στρατό, ο κ. Βαρνάβας θυμάται ότι όλες οι μονάδες τον ήθελαν για να τους επιδιορθώνει τις γραφομηχανές. Λίγους μήνες μετά την κατάταξή του αποσπάται στη Διεύθυνση ΣΕΜ, απέναντι από το ψυχιατρείο, για να μπορεί να μεταβαίνει στο ΓΕΕΦ και να περιοδεύει στα στρατόπεδα της Κύπρου, προκειμένου να επιδιορθώσει γραφομηχανές. Τότε ήταν και που έτυχε να γνωρίσει από κοντά τον Στρατηγό Γεώργιο Γρίβα Διγενή. Το θυμάμαι ώς σήμερα και εξιστορεί:

«Η πρώτη γραφομηχανή που αγόρασε ο στρατός ήταν η Lettera 32. Εγώ για να μαθαίνω τη δουλειά μου καλύτερα, μου άρεσε να αποσυναρμολογώ όλη τη γραφομηχανή κομμάτι-κομμάτι, να τα καθαρίζω και μετά να ξανασυναρμολογώ τη μηχανή. Μια μέρα κι ενώ είχα ξηλωμένη τη Lettera έπρεπε να φύγω από το ΓΕΕΦ, κι έτσι άφησα τη γραφομηχανή αποσυναρμολογημένη πάνω στο γραφείο μου. Έτυχε, τότε, να περάσει από το γραφείο μου ο Στρατηγός. Όταν είδε τα κομμάτια, ρώτησε ‘‘τι είναι αυτά;’’.

Όταν του απάντησαν πως ήταν γραφομηχανή, διέταξε μόλις συναρμολογηθεί να του την πάω στο γραφείο του για να ελέγξει εάν δουλεύει. Όταν του την πήγα έμεινε τόσο ικανοποιημένος, που έδωσε εντολή σε όλα τα τάγματα, να μου κάνουν όλα τα χατίρια, ενώ διευθέτησε και τη δωρεάν μεταφορά μου μέσω του Λευκαρίτη. Έτσι γνώρισα και θαύμασα τον Γρίβα και πραγματικά δεν με απασχολεί, ούτε θέλω να μάθω τι έγινε στη συνέχεια με τα γνωστά γεγονότα», λέει με συγκίνηση.

Τις φυλάνε ως αντίκες

Αναφορικά με την ενασχόλησή του και το κατά πόσο συνεχίζει να βγάζει τα προς το ζην, ο κ. Βαρνάβας ανέφερε ότι «από τον καιρό που άνοιξα μόνος μου κατάστημα, οι δουλειές πήγαιναν πολύ καλά. Ειδικότερα την περίοδο 1990-96, η δουλειά τότε ήταν στο ζενίθ. Μετά την περίοδο αυτή ξεκίνησε η φθίνουσα πορεία, λόγω των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όμως, δεν έχω παράπονο. Συνεχίζω να ΄χω δουλειά, με τις γραφομηχανές κατά διαστήματα, αλλά επιδιορθώνω εκτυπωτές και φωτοτυπικές μηχανές.

Ειλικρινά, από τον καιρό που άνοιξα οι πελάτες μου έρχονται από μόνοι τους. Ο ένας το λέει στον άλλον, κι έτσι υπάρχει ακόμη δουλειά». ο κ. Βαρνάβα μας ανέφερε, επίσης, πως οποιαδήποτε μάρκα γραφομηχανής μπορεί να την επιδιορθώσει. Τις έμαθε απ’ έξω κι ανακατωτά. Τις ξηλώνει και μετά τις συναρμολογεί, τις περιποιείται και φαίνονται ολοκαίνουργιες. Τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, όσοι ακόμη χρησιμοποιούν γραφομηχανές, είναι η φθορά των πλήκτρων και η ταινία γραφής.

Όπως μας είπε ο κ. Βαρνάβα, υπάρχουν πολλοί που θυμούνται τις γραφομηχανές τους και κατά τη διάρκεια του χρόνου τις πάνε για επιδιόρθωση, κυρίως για να τις φυλάξουν ως αντίκα. Τέτοιου είδους μηχανήματα, όπως οι γραφομηχανές και οι ταμειακές, συνέχισε, με τον χρόνο αποκτούν σημαντική αξία. «Θυμάμαι πριν από χρόνια, ήρθε η NCR για να πάρει μια παλιά ταμειακή μηχανή που είχα και μάλιστα μου έδινε και χίλιες λίρες. Όμως, επειδή δεν είχα ανάγκη τα χρήματα, αφού οι δουλειές, τότε, πήγαιναν πολύ καλά, δεν τους την έδωσα και την κρατώ μέχρι σήμερα».

Το παράπονο του κ. Βαρνάβα

ΑΝ και η δουλειά του Βαρνάβα Ανδρέου κάποια περίοδο βρισκόταν στο απόγειό της, εντούτοις, κανένα από τα παιδιά του δεν θέλησε να μάθει αυτήν την τέχνη. Και λέει με παράπονο: Τον γιο μου Πέτρο τον έστειλα στη Αμερική για να μάθει την τέχνη, αλλά όταν επέστρεψε εντάχθηκε στο Αστυνομικό Σώμα. Βοηθά λίγο πού και πού, αλλά δεν έχω κανένα για να αφήσω το μαγαζί όταν θα κουραστώ και θα αποφασίσω να αποσυρθώ. Αυτό με λυπεί, ειλικρινά, πάρα πολύ, γιατί αυτή η δουλειά ήταν η αγάπη μου, η ζήση μου, η ίδιά μου η ζωή. Επί χρόνια δούλευα 18ωρα, επτά μέρες τη βδομάδα, χωρίς να παραπονεθώ, γιατί ακριβώς έκανα και συνεχίζω να κάνω κάτι που αγαπώ πολύ».

Σχεδόν τζάμπα η επιδιόρθωση

ΟΣΟ για το κόστος επιδιόρθωσης-συντήρησης μιας γραφομηχανής, αυτό, σύμφωνα με τον κ. Ανδρέου, εξαρτάται από τη μάρκα της, το πόσο μεγάλη είναι, τι προβλήματα και τι επιδιορθώσεις χρειάζεται. «Τολμώ να πω, όμως, πως στις πλείστες φορές η επιδιόρθωση είναι σχεδόν τζάμπα κι ότι βάζω ακόμη και χρήματα από την τσέπη. Κι αυτό επειδή όταν δω μια γραφομηχανή, ειδικότερα όταν αυτή είναι πολύ παλιά, τρελαίνομαι και κάθομαι να την επιδιορθώσω με τόση όρεξη, που όταν επιδιορθωθεί και έρθει η ώρα να την παραδώσω στεναχωριέμαι. Ειλικρινά σας μιλάω. Νιώθω τις γραφομηχανές σαν παιδιά μου και τις φροντίζω με την ίδια αγάπη όπως φροντίζω τα παιδιά μου», μας ανέφερε.

Ερωτηθείς κατά πόσο η δουλειά αυτή έχει μέλλον, ο κ. Ανδρέου είπε: «Όπως το βλέπω σήμερα, όχι. Εγώ είμαι τεχνικός για μηχανικά συστήματα. Τα ηλεκτρονικά δεν τα κατέχω και τόσο. Από εμφανίσεως των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η δουλειά μας άρχισε να μαραίνεται και σιγά-σιγά σβήνει. Εάν δεν επιδιόρθωνα και εκτυπωτές και φωτοτυπικές μηχανές κι άλλα παρόμοια συστήματα, μπορεί σήμερα να το έκλεινα το μαγαζί.

Στην Κύπρο η γραφομηχανή του Γιώργου Σεφέρη

Η ΜΙΚΡΗ φορητή γραφομηχανή, που από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 χρησιμοποιούσε ο Γιώργος Σεφέρης και με την οποία δακτυλογράφησε και το «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν», βρίσκεται στην Κύπρο.
Είναι μια ανοιχτόχρωμη πρασινωπή «Adler-Tippa» («Portable Typewriter with Case, Made In Western Germany») με το μεταλλικό σκέπαστρό της, σαν μικρός χαρτοφύλακας. Έχει ακόμα την κορδέλα μαύρου-κόκκινου χρώματος που χρησιμοποιούσε ο Σεφέρης και λειτουργεί μια χαρά, πλήν ίσως της… οξείας περισπωμένης!

Τη γραφομηχανή του Σεφέρη την είχε δωρίσει το 1980, εννέα χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή, η χήρα του, Μαρώ Σεφέρη, 82χρονη τότε, στον κ. Μιχάλη Πιερή, νυν καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Ο Μιχάλης Πιερής έχει πολύ καλές αναμνήσεις από τη γνωριμία του με την αειθαλή ομορφαρχόντισσα και στοργική Μαρώ Σεφέρη, εκεί στο σεφέρειο σπίτι της επί της οδού Άγρα, κοντά στο Καλλιμάρμαρο της Αθήνας. Τότε που ο Πιερής αναζήτησε στο αρχείο του ποιητή τις επιστολές που φύλαγε, για την έκδοση της Αλληλογραφίας 1953 -1971 του Αδαμάντιου Διαμαντή και Γιώργου Σεφέρη, η οποία εκδόθηκε στην Αθήνα (Εκδ. Στιγμή) το 1985. Ο σπουδαίος της Κύπρου ζωγράφος Διαμαντής (1900-1997) υπήρξε ένας από τους καλύτερους Κύπριους φίλους του Σμυρνιού νομπελίστα (το 1963) ποιητή, από την πρώτη επίσκεψη του Γ. Σεφέρη το 1953 στην Κύπρο, από τη Βηρυτό όπου υπηρετούσε στην εκεί πρεσβεία της Ελλάδος.

Η Μαρώ Σεφέρη (Μαρίκα Ζάννου 1898-2000) ήτανε παντρεμένη με τον Ανδρέα Λόντο και μητέρα δύο θυγατέρων, όταν το 1936 ερωτεύτηκαν σφόδρα με τον δύο χρόνια νεαρότερό της Γιώργο Σεφέρη (1900-1971). Παρά τις αντιδράσεις αμφοτέρων των οικογενειών, τέλεσαν τον γάμο τους τον Απρίλιο του 1941, δεκαεφτά μέρες προτού μπουν στην Αθήνα οι Γερμανοί κατακτητές, κι έζησαν μαζί αρμονικά 35 χρόνια, μέχρι τον θάνατο του ποιητή.

Μαζί με την Adler-Tippa γραφομηχανή, η χήρα του ποιητή χάρισε στον Μιχάλη Πιερή και τα Άπαντα του Κωστή Παλαμά και τα κυπρολογικά βιβλία και σημειώσεις που είχε στη βιβλιοθήκη του ο Σεφέρης, καθώς κι ένα φάκελο με τα δακτυλόγραφα και τις χειρόγραφες σημειώσεις του για την έκδοση του «Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν» - «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’» 1955 εκδόσεις Ίκαρος Αθήνα.
Λ.Μ.