Η επίσκεψη
Την έλουζε το καυτό νερό. Ήταν αργά το βράδυ και είχε περάσει μια δύσκολη μέρα. Προσπαθούσε να χαλαρώσει, μα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το μυαλό της την επίσκεψη που δέχτηκε.
Το πρόγραμμα στη δουλειά της φορτωμένο. Κόσμος έμπαινε κι έβγαινε. Η πλειοψηφία των πελατών, γυναίκες. Η φύση του επαγγέλματός της. Λίγο μετά το μεσημέρι, μπήκε ένας κύριος γύρω στα 35. Με καλά αλλά «σπασμένα» ελληνικά, ευγενικά, ρώτησε αν ξέρουν πού βρίσκεται η εκκλησία. Ξαφνιάστηκαν με την ερώτησή του. Μεσολάβησαν μερικά δευτερόλεπτα έως ότου οι παρευρισκόμενες αρχίσουν να αναφωνούν εκκλησίες. «Μήπως ψάχνετε την Ευαγγελίστρια;». «Εδώ πιο κάτω, είναι ο Άγιος Παντελεήμονας». «Α! Ξέρετε, είναι μια νεόχτιστη, μερικά λεπτά μακριά. Τη λειτουργεί ένας ιερέας καταπληκτικός». Καταιγισμός προτάσεων.
Ο άνδρας πλησίασε εκείνη. Χαμηλόφωνα της είπε: «άκουσα πως στην Εκκλησία βοηθούν κόσμο. Θέλω να πάρω γάλα για το μωρό μου. Είμαι άνεργος και δεν έχω χρήματα». Πάγωσε. Μητέρα η ίδια, δυο αγοριών. Σοκαρίστηκε. Προσπαθούσε να επεξεργαστεί αυτό που μόλις άκουσε. Δεν της πήρε πολύ χρόνο. Άνοιξε την τσάντα της και του έδωσε ένα εικοσάευρο. «Για να πάρεις γάλα του μωρού». Αρνήθηκε αρχικά. Δεν τα δεχόταν. Στα πολλά και με την επιμονή της, τα κράτησε. Της υποσχέθηκε πως μόλις βρει δουλειά και πάρει τον πρώτο του μισθό, θα περάσει να της τα επιστρέψει. Δεν του απάντησε. Συνέχισε τη δουλειά της.
Μόλις έφυγε ο άνδρας, όλες, την κοίταζαν καλά-καλά. «Μα τι έκανες; Έχασες τα λογικά σου; Ξέρεις πόσοι απατεώνες κυκλοφορούν; Το έχουν κάνει επάγγελμα. Βάζουν τα μωρά τους μπροστά! Έρχονται από παντού. Ας βρουν μια δουλειά στο κάτω-κάτω».
Το μπάνιο είχε γεμίσει με ατμούς και μυρωδιές από σαπούνι. Προσπαθούσε να καταλάβει. Τι πονάει τους ανθρώπους περισσότερο, στο τέλος της ημέρας; Το ενδεχόμενο πως ένας επιτήδειος τους κοροϊδεύει ή η πιθανότητα ένας συνάνθρωπος να μην έχει, όντως, γάλα για το παιδί του;
fanos 390--d





