Κριτική

Μια ζωή την έχουμε ****
Κεντρική Σκηνή ΘΟΚ

Και τι δεν επιστράτευσε, θα έλεγε κανείς, ο ΘΟΚ για να κάνει την Κεντρική του Σκηνή, με τους εξώστες-μόστρα να δουλέψει; Και τα κατάφερε! Ο συνδυασμός της σεζόν; Ένα σενάριο ελληνικής ταινίας του ’58, μια αστική κωμωδία, γλυκόπικρη, μελο-ηθογραφία του επαγγελματία σκηνοθέτη κινηματογράφου Γιώργου Τζαβέλλα, σε μία όχι ανα-βίωση, όπως παραπλανητικά αναφέρει ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Ρήγος στο σημείωμά του, αλλά, για να υπερβάλω κι εγώ στους όρους μου, μάλλον μιλάμε για μία ‘επικαιροποίηση’ κι ‘εκ-θεατρισμό’ της συμπαθητικής ταινίας, σε ένα θέαμα πολύ σύγχρονων διαστάσεων. Και μάλιστα με αισθητική meta-drama musical production, με υπέροχα σκηνικά, κίνηση, τραγούδι και καπνούς, όλα χαρακτηριστικά της ιδιότυπης καλλιτεχνικής σφραγίδας του Κωνσταντίνου Ρήγου, που χορογραφεί, σκηνοθετεί, ακόμα και ως εικαστικός σκηνογραφεί.
Ίσως για το κοινό που κυριολεκτικά γέμισε τις θέσεις της πρεμιέρας, μια παραγωγή musical a la grecque, να δελεάζει αφοπλιστικά. Προσωπικά, βρήκα την υφολογική απόσταση μεταξύ της εξεζητημένης, μουσικοχορευτικής κι αφαιρετικής φόρμας και του απλοϊκού, χιουμοριστικού και μελοδραματικού λόγου του συγγραφέα, πιστού στη θεατρική σύμβαση της εποχής του, να μου φαντάζει αγεφύρωτη, σαν γάμος-παρωδία. Ο μεγαλόσχημος γαμπρός, το σκοτεινό και κυνικό σκηνοθετικό διάβασμα, με ήρωες σαν αυτοσαρκαζόμενες καρικατούρες, είχε τον υψηλό στόχο ‘να δεχτούμε κριτική και από σκηνής για τα λάθη που κάναμε’ όπως γράφει ο Ρήγος, μέσα από την ανάδειξη της απληστίας, ως το πιο θανάσιμο από τα επτά αμαρτήματα! Από την άλλη η ταπεινή, πλην τίμια νύφη, ‘αρχίζει σαν μια φανταιζίστικη κωμωδία (φτωχός, τίμιος ανθρωπάκος που μια γυναίκα τού αναποδογυρίζει ζωή και χαρακτήρα) καταλήγει σε συμβατικό μελό’ όπως έγραψε για την ταινία ο Μ. Πλωρίτης όταν πρωτοπαίχτηκε. Διαφορές χαρακτήρα κι ο γάμος ανεκπλήρωτος. Επιδερμική η επικαιροποίηση, επιβλητική αλλά και αποπνικτική η ματιά, χωρίς παράθυρο για θεατρική συγκίνηση, ούτε απελευθέρωση μέσα από τη μουσική και το γέλιο ...
Σαν παραγωγή θεάματος όμως, η παράσταση εντυπωσιάζει! Εξαιρετικό το σκηνικό με τη συμβολή του αρχιτέκτονα-εικαστικού Κ. Κουννή και τους φωτισμούς του Γ. Κουκουμά, που συνδυάζει φυλακή και κελιά τράπεζας στο ίδιο ‘τερέν’, ενώ στο κέντρο δεσπόζει η γυριστή σκάλα που ενώνει τα άνω δώματα της διεύθυνσης και της εκμετάλλευσης, και μπροστά ανεβοκατεβαίνουν συχνά-πυκνά τα σίδερα της φυλακής κλείνοντάς τους όλους μέσα. Πίσω, ένα πρωτοπόρο άνοιγμα του backdrop και στήσιμο δράσης μέχρι την πίσω πόρτα του θεάτρου, όπου μάλιστα οι ηθοποιοί είχαν τη δική τους δράση. Έδινε την αίσθηση της ευρύτερης κοινωνίας μεν, αλλά από την πλατεία ελάχιστα βλέπαμε τι γινόταν από πίσω και μετά το πρώτο βλέμμα, δεν μας απασχόλησε ξανά. Όπως και τα κοστούμια των σχεδιαστών μόδας Νατάρ/Γεωργίου, εντυπωσιακά σε glamour και αποκαλυπτικά μεν, αλλά όχι πάντα θεατρικά πετυχημένα.
Πολύ καλή επίσης η ζύμωση μουσικής του Γ. Παπαδόπουλου, ακόμα και το soft-pop ραπάρισμα του ομώνυμου τραγουδιού, με τη ρέουσα κίνηση του συνόλου, το στοιχείο του χορογράφου Ρήγου, αλλά και των νέων κυρίως ηθοποιών. Με extreme φιγούρες και ενδιαφέροντα ατομικά στιγμιότυπα, όπως ο κοσμηματοπώλης του Τσέλεπου που είχε μια ντιστενγκέ γοητεία, ή το τυπάκι με περούκα του Π. Λάρκου. Λιγότερο πετυχημένος ο φρουρός ασφαλείας του Β. Κόκκινου, που αργότερα στη δίνη της κατασπατάλησης του χρήματος, κυκλοφορεί με δίσκο άσπρης σκόνης, στην οποία πέφτει μέσα τελικά και αποβιώνει! Το ίδιο και το χαριτωμένα ενοχλητικό και φλύαρο ντουέτο ιδιαιτέρων... σαν άλλες Έβελυν Έβελυν.
Τον πρωταγωνιστή γραφικό τραπεζικό υπάλληλο που διπλομετρά τα λεφτά που περνούν από τα χέρια του και δεν διανοείται το σφάλμα, έως ότου, μπαϊλντισμένος, τα εκμεταλλευτεί για να ζήσει για λίγο τον έρωτα μιας εντυπωσιακής κοκότας, ερμηνεύει δυναμικά ο Προκόπης Αγαθοκλέους και δημιουργεί μια νευρωτική, καταπιεσμένη καρικατούρα, με μεγάλο στόμα και μια περίεργη στάση σώματος -λεκάνη μπροστά, καμπούριασμα στην πλάτη. Τόσο που φυσιολογικά ‘στολίζεται’ με τους υπολογισμούς του στο χαρτί της ταμειακής, σε ένα κρεσέντο χορογραφικής υπερβολής… Δίπλα του η εντυπωσιακή Μπιμπί, ο έρωτάς του, της Πολυξένη Σάββα, πιο άπειρη και λίγο υποτονική σε ερμηνεία και φωνή, παρ’ όλο που αξίζει τη δοκιμασία… άλλωστε τους είδαμε μόνο στην πρεμιέρα.