Η μυστική αυλή
Πέρασε την πορτοκαλιά πόρτα και κάθισε στη γωνιά του μπαρ. Φορούσε το μάλλινο σκούφο του. Η θερμοκρασία είχε πέσει αισθητά. Ψοφόκρυο. Παρήγγειλε μια ζιβανία. Έβγαλε το τζάκετ του. Κατέβασε το ποτό του μονοκοπανιά. Ήταν Παρασκευή.
Πέρασαν πέντε Παρασκευές από τη συνάντησή τους. Απ’ εκείνο το αναπάντεχο ραντεβού τους. Τη σκεφτόταν. Με την εικόνα της ακριβώς όπως εκείνο το απόγευμα. Τον περίμενε στη συμβολή των δρόμων κοντά στη μεγάλη εκκλησία. Περπάτησαν μέχρι το νεοκλασικό σπίτι και κάθισαν στην αυλή. Τη μυστική αυλή. Ανέκαθεν αγαπούσε τις εσωτερικές αυλές. Και τη συγκεκριμένη αυλή, ήθελε να της τη δείξει. Θυμάται ακριβώς πώς ήταν ντυμένη, τα παπούτσια της. Το βαθύ μαύρο καλσόν της. Πέρασαν χρόνια και -ευτυχώς- δεν άλλαξε το άρωμά της. Μόλις την αντίκρισε ομολόγησε το τρακ του. Το ίδιο κι εκείνη. Αφυδατωμένος από αμηχανία, την οδήγησε στην αυλή. Δεν θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωθε τόσο αμήχανα. Κάθισαν δίπλα στη βουκαμβίλια. Η φουρτούνα συναισθημάτων, μέσα του, δυνάμωνε. Ανάμεικτα συναισθήματα. Από πού να έκανε αρχή, με τι να ξεκινούσε; Βρήκαν την άκρη. Άρχισαν να ξεμπλέκουν το κουβάρι. Κουβάρι χωρίς τελειωμό. Γκρίζο και πολύ μπερδεμένο. Κόμποι και κόμποι. Και βλέμματα απορροφητικά. Μάτια να δείχνουν εντός, προς το λαβύρινθο της ψυχής. Πάντα άρπαζε το βλέμμα της. Από τότε. Επικοινωνούσαν με τα βλέμματα. Και για όποιον αποκωδικοποιεί βλέμματα, το δικό της είναι πάσο εισόδου. Προς τα κρυφά εσωτερικά της μονοπάτια.
Κατέβασε μονορούφι και τη δεύτερη ζιβανία που του σέρβιρε ο μπάρμαν. Ο χώρος, άρχισε να γεμίζει με νότες των Pink Martini. «Aspettami». Κάθισε κάπως καλύτερα στο σκαμπό.
Το ξεμπλέξιμο των κουβαριών χρειάζεται υπομονή. Κινήσεις απαλές. Μικρές. Μην το τραβάς. Αρκεί να θέλεις. Να θες να του δώσεις ξανά το μέγιστό του μήκος.
Και να ξέρεις, οι άνθρωποι χάνονται μόνο όταν τους ξεχάσεις.