ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΜΕ

Η τηλεοπτική «δημοκρατία» των πολιτικών αποκλεισμών
«Μικρέ», κάτσε κάτω…
Πώς το μιντιακό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής των υφιστάμενων πολιτικών συσχετισμών
ΜΜΕ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΡΧΟΙ
του πολιτικού συστήματος διαμορφώνουν τις συνθήκες αναπαραγωγής του κυρίαρχου πολιτικού λόγου
ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Μια μονότονα, κουραστικά επαναληπτική εικόνα προβάλλουν εδώ και καιρό τα ΜΜΕ, στις ενημερωτικές πολιτικές εκπομπές τους: Τα ίδια σχεδόν πρόσωπα, από τα ίδια, κατά συντριπτική ακολουθία, κόμματα, να εκφέρουν τον ίδιο ρηχό, εάν δεν είναι αυτόχρημα κενός, πολιτικό λόγο. Η οργανωμένη, από τη μιντιακή αυταρχία, αναπαραγωγή του κυρίαρχου ιδεολογικο-πολιτικού λόγου, στην εσαεί διασφαλισμένη ηγεμονική της μακροημέρευση. Γιατί ο αντίλογος ή ο λόγος της διαφορετικότητας παρεμπίπτει, απλώς, στους δέκτες προβολής της ιεραρχικώς και ανίσως κατανεμημένης εκφοράς του δημόσιου λόγου.
Πρόκειται, στην ουσία, για πρακτική που ακυρώνει την ισηγορία και την ισότιμη πρόσβαση των κομμάτων στη δημόσια σφαίρα, ακυρώνει, δηλαδή, τη δημοκρατική αρχή της ισότητας, αλλά και προσβάλλει, επιπρόσθετα, την ίδια την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, δεδομένου του ρόλου που διαδραματίζουν στη διαμόρφωση και εκδήλωσή της τα πολιτικά κόμματα (ενδεικτική είναι, εν προκειμένω, και η ελληνική νομολογία, όπου το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και των ίσων ευκαιριών των πολιτικών κομμάτων, θεμελιώνουν το συνταγματικό δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης στη ραδιοτηλεόραση).
Αναπαραγωγή του κυρίαρχου
πολιτικού λόγου
Επιστρατεύοντας την αυθαίρετα εφαρμόσιμη και, αφ’ εαυτής, προβληματική και συζητήσιμη αρχή της αναλογικής ισότητας (μεταχείριση των κομμάτων αναλόγως της εκλογικής τους δύναμης), ΜΜΕ και κυρίαρχοι του πολιτικού συστήματος (ίδε μεγάλα κόμματα) διαμορφώνουν τις συνθήκες αναπαραγωγής του κυρίαρχου πολιτικού λόγου, επιβάλλουν, εν άλλοις λόγοις, αυτό που θα πρέπει να λέγεται, δίκην θεόπεμπτου θέσφατου, αλλά και τον φορέα του, αποκλείοντας όσους έτυχε να βρεθούν στο κάτω… άκρο της αναλογικής σχέσης. Δεδομένου, δε, ότι η πρόσβαση στα ΜΜΕ και ιδία στα ηλεκτρονικά θεωρείται, και είναι, ο σημαντικότερος παράγων για την πολιτική ύπαρξη ενός πολιτικού φορέα -αυτός, δηλαδή, που τον καθιστά υποστατό-, αλλά και θερμός αγωγός, διά της δημόσιας έκφρασης των απόψεων και επιχειρημάτων, της κοινωνικής επιρροής του, ο έλεγχος της πληροφορικής ροής και των βάθρων της ενημέρωσης διασφαλίζει τη διαιώνιση της πολιτικής τους κυριαρχίας, εγγυάται, δηλαδή, ότι, διά της άνισης κατανομής του τηλεοπτικού χρόνου, θα διατηρηθεί, εξακολουθητικά, η πολιτική πρωτοκαθεδρία των πρωτοκαθέδρων, αλλά και η παγίωση των υφιστάμενων συσχετισμών δύναμης ανάμεσα στους πολιτικούς φορείς και παίκτες.
Προοιωνίζονται και προεικονίζουν, με άλλα λόγια, τη… μακάρια συνέχιση των εγκαθιδρυμένων σχέσεων εξουσίας, αποτρέποντας τη δυνατότητα οιασδήποτε αλλαγής ή ακόμη και διατάραξης του επιβεβλημένου πολιτικού στάτους.
Δεν πρόκειται για τίποτε άλλο, από μια στυγνή και απροκάλυπτη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, η οποία καθοδηγείται, ανύποπτα έρμαια, προς τη συναγωγή και επικύρωση ενός προεξοφλημένου πολιτικού αποτελέσματος.
Η αρχή της «αυστηρής» ισότητας
Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, με την περίφημη «Επιτροπή της Βενετίας» (Eπιτροπή συνταγματικών θεμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης), πλάι στην αρχή της αναλογικής ισότητας, θεσμοθετεί και προτάσσει, στον Kώδικα Καλών Πρακτικών σε Εκλογικά Ζητήματα του 2002, την αρχή της «αυστηρής» ισότητας, δηλαδή τη μεταχείριση των πολιτικών κομμάτων χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν η υφιστάμενη εκλογική τους δύναμη. Και επιτάσσει, είτε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, ότι, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, θα πρέπει να διασφαλίζεται η παραχώρηση επαρκώς κατανεμημένου χρόνου, καθώς κι ένα minimum χρονικής πρόσβασης στα ΜΜΕ, σε όλους (ίδε Βασίλης Σωτηρόπουλος, «H τηλεοπτική προβολή των κομμάτων στην προεκλογική περίοδο»).
Η ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού
Παράλληλα, σε ουκ ευάριθμα εκσυγχρονιστικά προγράμματα αναρρύθμισης των σχέσεων των κομμάτων με τα ΜΜΕ, προτάσσεται ως πρωτεύουσα, έναντι της αρχής αναλογικότητας, η αρχή της ισότητας του πολιτικού ανταγωνισμού, η οποία νοθεύεται και πλήττεται από την πρώτη (ανάλογη ρύθμιση προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της πρότασής του για μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος).
Φίμωση και αποκλεισμός
Το έργο, βεβαίως, της φίμωσης και του αποκλεισμού των μικρότερων κομμάτων από τη δημόσια σφαίρα, που αποσκοπεί στη συρρίκνωση και στην πλήρη εξαφάνισή τους, επιτελείται (και) μέσα από την υιοθέτηση μιας σειράς πρωτότυπων και ευφάνταστων αυθαιρεσιών, από μέρους των ΜΜΕ - κρατικού και ιδιωτικών (με τις δεδομένες, πάντοτε, εξαιρέσεις): Συχνότερη τούτων, η άρνηση κάλυψης δημοσιογραφικών διασκέψεων, υπό το πρόσχημα, κατά κανόνα, εντελώς τραγελαφικών αιτιάσεων. Άρνηση που προσκρούει στο κατοχυρωμένο δικαίωμα ενός πολιτικού-κοινοβουλευτικού κόμματος να εκφέρει και να εκφράζει δημόσια τον πολιτικό του λόγο. Εξίσου «δημοφιλής», η επιβολή, από τα ίδια ΜΜΕ, της ενός «ανδρός αρχής», όπου απαγορεύεται, πλην του αρχηγού, να μιλήσει οιοδήποτε άλλο στέλεχος. Πέραν, ασφαλώς, από την υπονοούμενη σεξιστική της διάσταση, η εν λόγω πρακτική έχει ως στόχο να χαλκεύσει τη στερεότυπη εικόνα του ελλειμματικού κομματιδίου, του στερουμένου ικανά στελέχη να δραστηριοποιηθούν στην επίμοχθη αρένα του πολιτικού αγώνα. Πολύ συχνά υιοθετούμενη, επίσης, είναι η αποφυγή πρόσκλησης εκπροσώπων των μικρών κομμάτων στα διάφορα πολιτικά πάνελ, που ενίοτε μπορεί να διαρκέσει και… μήνες, ενώ, όποτε αυτό συμβεί, το ίδιο το Μέσο έχει την αξίωση να ορίσει εκείνο το στέλεχος με το οποίο θα εκπροσωπηθεί ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος (ναι, είναι, πράγματι, δυνατόν, ένα πολιτικό κόμμα να μην έχει το δικαίωμα να αποφασίσει το ίδιο με ποιο στέλεχος θα εκπροσωπηθεί σε μια δημόσια συζήτηση!).
Αυθαίρετη επιβολή
Οι έχοντες, εξάλλου, πείραν του κοινοβουλευτικού ρεπορτάζ, θα έχουν γνώσιν της αυθαίρετης επιβολής, εκ μέρους των εκπροσώπων των ΜΜΕ, της θεματικής ατζέντας των δηλώσεων, των βουλευτών των «μονοεδρικών» κομμάτων, μετά τις συνεδριάσεις της Ολομέλειας της Βουλής και των κοινοβουλευτικών επιτροπών.
Ανάλογης… σπουδής τυγχάνει από τα ΜΜΕ και η διαμόρφωση της σύνθεσης των διαφόρων πολιτικών πάνελ, όπου σχεδόν πάντοτε οι εκπρόσωποι των μικρών κομμάτων δεν έχουν αντιμέτωπους τους εκπροσώπους του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ. Σάμπως, η ανισότητα του εκλογικού εκτοπίσματος να αφαιρεί το δικαίωμα της ισότιμης και επί δικαίοις όροις πολιτικής συζήτησης ανάμεσα στους πολιτικούς συμ-παίκτες.
Πώς αξιοδοτείται
ένας πολιτικός λόγος;
Αλλά, χείρων όλων των παρενεργειών αυτής της νοσηρής πρακτικής, είναι ότι επιβάλλει ως κριτήριο αξιοδότησης ενός δημόσιου λόγου, όχι το ουσιαστικό του περιεχόμενο και τη σημασία της πολιτικής του παρέμβασης, αλλά μιαν ανυπόστατη, στην πράξη, αρχή «ισότητας», που στηρίζεται στην ευμετάβολη συνθήκη των αριθμών.
Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς με ποιον τρόπο υπακούει στην αρχή της δημοκρατικής ισηγορίας και ισότητας το επαναλαμβανόμενο, καθ’ ημέραν, ξύλινο τελετουργικό, του μονολογικού «διαλογικού» πολέμου μεταξύ των εκπροσώπων των δύο μεγάλων κομμάτων, που αναλίσκονται, κατά κανόνα, στην ανταλλαγή «ύβρεων» και χαρακτηρισμών, παρά στην ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση, και όχι η πλήρης και χωρίς «ειδικούς» περιορισμούς δημόσια έκφραση και αντιπαράθεση όλων των απόψεων, μέσα από την τεκμηριωμένη διατύπωση θέσεων και επιχειρημάτων. Και δεν είναι τυχαίο το ότι συμβαίνει αυτό, σε μια εξόχως κρίσιμη στιγμή της κρίσης του πολιτικού μας συστήματος, όπου οι κυρίαρχοι πυλώνες του φαίνεται να αναδεικνύονται και στους κύριους φορείς της ευθύνης και της υπαιτιότητας για την ευρύτερη οικονομική, θεσμική και κοινωνική κρίση, καθιστάμενοι σε βασικούς δέκτες της κριτικής και της απαξίωσης του κοινωνικού σώματος. Μήπως, λοιπόν, σε τελική ανάλυση, όλοι αυτοί οι βάναυσα τεχνουργημένοι αποκλεισμοί, έχουν και ως στόχο να ανεγείρουν τείχη προστασίας για όσους ευθύνονται για την πλήρη οικονομική, θεσμική και ηθική κατάρρευση την οποία βιώνουμε σήμερα και όσους επιχειρούν να τους συγκαλύψουν;




