Κι άλλα
δύσκολα
Χριστούγεννα

ΤΗΣ ΑΛΕΚΑΣ ΓΡΑΒΑΡΗ ΠΡΕΚΑ

Ε, για κάτσε καλά κυρά μνήμη. «Νύσταν τοις οφθαλμοίς» κοντά σαράντα χρόνια δεν είδες και δεν είδαμε όσοι το ’χουμε το κουσούρι -τέτοιο λογιέται πια- να θυμόμαστε. Ν’ ακούμε τα τρίγωνα και να γυρνάμε πίσω, έτσι που μας χτυπάει τούτες τις μέρες τ’ απρόσμενο το ξεροβόρι, ίδιο σαν και τότε. Που στοίβαζε ο χιονιάς χριστουγεννιάτικα στολίδια στ’ αντίσκηνα απ’ έξω, όχι μέσα. Μέσα πού να βρεθεί δέντρο, αστέρι, αγγελάκια και φάτνη και Χριστούλης και Παναΐτσα, πού; Να ζωντανεύουν μπροστά μας κείνα τα θαμπωμένα από τη λύπη ματάκια που πρόσμεναν με λαχτάρα κουκλίτσα κι αυτοκινητάκι, ψιλοπράματα της εποχής. Να γλυκάνουν την ορφάνια, να ξεγελαστούν πως κι εδώ είναι η ζεστή αγκαλιά του γονιού. Ρουχαλάκια, μ’ ένα μικρό σημείωμα στην τσέπη από κάθε γωνιά της Ελλάδας έρχονταν, μα πού να φτάσουν; Κι αν έφταναν, καλά να σου ’καναν, αλλιώς σου ’μένε η γλύκα ως να ανοίξεις το πακέτο. Τις νύχτες το δάκρυ να σμίγει με τα υγραμένα στρώματα κι ο άνεμος να στέλνει όχι τρυφερές χριστουγεννιάτικες μελωδίες, άγριο βουητό κι ανατριχίλας σφύριγμα. Ύστερα, στον συνοικισμό, μικρά μα καινούργια και καθαρά σπιτάκια, άδεια όμως από μνήμες, κρύα χωρίς τον συγγενή, το χωριό και την καμπάνα του, τα παιχνίδια στην αυλή της εκκλησιάς και τα φιλαράκια. Κι έγινε λίγο-λίγο το θαύμα, όχι των Χριστουγέννων, της δουλειάς, της πάλης με τον έξω και τον μέσα μας εχθρό. Και καλά τον πρώτο τον κουλαντρίσαμε, με τον μέσα είναι που τα βρήκαμε μπαστούνια. Πώς μας τύλιξε, πού μας πήγε, πού μας έφερε, σαν σειρήνα μας ξετρέλανε. Κάνανε κάποιοι το πρώτο βήμα, σωστά, μετρημένα, ακολουθήσαμε. Αυτό ήταν. Πήρανε και πήραμε κι εμείς φόρα και δώσ' του τα δάνεια και το ’να να φέρνει τ’ άλλο, αυτοκίνητα, εξοχικά κι ένα σωρό πράγματα άχρηστα, πεταμένα. Και ταξίδια στις Μαλδίβες, λες και τις ξέραμε και πέρσι. Εντάξει, δεν ζούσαν όλοι έτσι, μα με τους λίγους πήρε η μπάλα και τους πολλούς. Άψυχες πια οι σχέσεις, πού καιρό να σ’ απασχολήσει ο διπλανός, η έννοια του, ο πόνος του. Αλαζονεία κι έπαρση ώς το σαββατοκυρίακο εκείνο του Μάρτη, που άρχισε να φέρνει το ’να χαστούκι μετά το άλλο. Τρέχα να μαζέψεις τ’ ασυμμάζευτα, να κλείσεις τρύπες και να χορτάσεις στόματα. Κι ακούς πάλι τα τρίγωνα κι έρχονται μπροστά σου ματάκια θαμπωμένα, που θα περιμένουν έναν Αϊ-Βασίλη, όχι απ’ αυτούς που μασκαρεύονται τάχα για τη χαρά της γιορτής, όχι. Έναν Αϊ-Βασίλη άνθρωπο κανονικό, να σ’ αγκαλιάσει, να σου σκουπίσει τη μυτούλα και το δάκρυ, να ζήσεις το θαύμα της παρουσίας του ανθρώπου δίπλα σου όπως το ’ζησες τότε. Να σηκώσεις ψηλά το κεφάλι και να πεις «έχει ο καιρός γυρίσματα, μα εγώ τα δύσκολα τα παλεύω». Δύσκολα και τα φετινά Χριστούγεννα. Θα περάσουν όμως κι αυτά και θα πάνε να βρούνε κι άλλα δύσκολα που πέρασαν. Την υγειά μας να ’χουμε ώς τ’ άλλα που ίσως, λέμε ίσως, να ’ναι καλύτερα! Χλομό το βλέπουν πολλοί, μα στο χέρι μας είναι να διαψευσθούν όπως και τότε.