Η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ και η οικονομία


Ενώ ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή η ένταξη της Κύπρου στη Ζώνη του ευρώ και την ΟΝΕ, διερωτάται κανένας εάν προετοιμάσαμε την οικονομία ώστε να επωφεληθεί αρκετά από ένα τέτοιο εγχείρημα. Όταν βασικοί μας τομείς αντιμετώπιζαν διαρθρωτικά προβλήματα, πώς η υιοθέτηση του ευρώ θα βοηθούσε στην αύξηση των προϊόντων κι υπηρεσιών τους;


ΔΡ ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ*

www.iacovosaristidou.com


Οι πολιτικές δυνάμεις που διαχειρίστηκαν στο τέλος το θέμα της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ το 2004 θεώρησαν πως οι ενδιάμεσες Εκθέσεις της Επιτροπής της ΕΕ μετά το 1998 δικαίωσαν τις θέσεις και/ή την πολιτική τους αναφορικά με το πραγματικά πολύ σημαντικό θέμα της ένταξής μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Πολλά διθυραμβικά σχόλια ακούστηκαν τότε από επίσημα χείλη για το πόσο καλός μαθητής ήταν η Κύπρος έναντι των συναθλητών της, που, ειρήσθω εν παρόδω, πλην της Μάλτας, ήταν χώρες που καλά-καλά δεν είχαν μυηθεί ακόμη στην ελεύθερη αγορά. Χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης της θετικής διαχείρισης των πολιτικών πτυχών από τις τότε Κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, ιδιαίτερα της αποσύνδεσης του Κυπριακού από την ενταξιακή πορεία στη σύνοδο του Ελσίνκι, πιστεύω ότι η κατάσταση της οικονομίας θα ήταν πολύ καλύτερη αν στην Κύπρο από την αρχή είχαμε πάρει τις ορθές θέσεις και κάμει τις σωστές ενέργειες. Με τους κατά καιρούς πειραματισμούς και την έλλειψη διορατικότητας, σταθερότητας και αποφασιστικότητας στους χειρισμούς, χάθηκε πολύτιμος χρόνος, ώστε και η εναρμόνιση να γίνει βιαστικά κι όχι ουσιαστικά και η οικονομία να μην ωφεληθεί όσο έπρεπε πριν αλλά και μετά την ένταξη.

Η καθυστέρηση στην εναρμόνιση της οικονομίας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο -αλλά και με την παγκοσμιοποίηση των οικονομιών που άρχισε μετά το 1994 με τη νέα Συμφωνία ΓΚΑΤΤ- είχε σοβαρό κόστος και στην ανάπτυξη της Κύπρου. Επιπλέον, η οικονομία δεν προετοιμάστηκε επαρκώς για να επωφεληθεί στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό από την ένταξη και να προστατευθεί από τυχόν αρνητικές επιπτώσεις. Παρά το ότι το ΑΕΠ συνέχισε να μεγεθύνεται ικανοποιητικά, η οικονομία αφέθηκε στο έλεος των εντεινόμενων διαρθρωτικών προβλημάτων, περιλαμβανομένου του διευρυμένου δημοσιονομικού ελλείμματος και του διογκωμένου δημόσιου χρέους.

Για την αντιμετώπιση των τελευταίων αυτών προβλημάτων για ένταξη στην ΟΝΕ, οι Κύπριοι πλήρωσαν αργότερα πολύ μεγάλο τίμημα, ενώ η οικονομία δεν μπόρεσε να επιλύσει άλλες διαρθρωτικές αδυναμίες. Εξάλλου η ακολουθηθείσα πολιτική, ή καλύτερα η ανυπαρξία πολιτικής, οδήγησε στη σταδιακή συρρίκνωση βασικών τομέων και σε μια μονοδιάστατη οικονομία, που στηρίζετο σχεδόν αποκλειστικά σε έναν τομέα, τον τουρισμό. Στην κρίσιμη καμπή δεν έγινε καμία προετοιμασία για τη δημιουργία όλων εκείνων των αντιστάσεων που ήταν απαραίτητες για ν' αντεπεξέλθει η οικονομία στον επερχόμενο ανταγωνισμό και να εκμεταλλευθεί τις ευκαιρίες από την ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή οικονομία. Θεωρούμε ότι η εναρμόνιση που κάναμε, και μάλιστα καθυστερημένα, δεν ήταν ενσυνείδητη οικονομική ενέργεια με συγκεκριμένους σκοπούς και στόχους. Απλώς ακολουθήσαμε τις επιταγές του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Ασφαλώς η αμέλεια ήταν στη δική μας πλευρά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ενδιαφέρθηκε ούτε είχε ως στόχο την ανάλυση των θεμάτων αυτών. Οι Εκθέσεις της Επιτροπής δεν ήταν μελέτη βιωσιμότητας της κυπριακής οικονομίας υπό συνθήκες ένταξης. Έτσι απέμενε σε μας η ετοιμασία σχεδίων και προγραμμάτων για το μέλλον. Μοναδικός γνώμονάς της, όπως λέει και στις Εκθέσεις, ήταν τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην Κοπεγχάγη τον Ιούνιο του 1993, που απαιτούσαν ότι για να γίνει μια χώρα μέλος της ΕΕ έπρεπε να έχει μια λειτουργική οικονομία της αγοράς και την ικανότητα να μπορεί να αντιμετωπίσει τις πιέσεις του ανταγωνισμού και των δυνάμεων της αγοράς μέσα στην Ένωση.

Συνεπώς κακώς εκλήφθηκε τότε ότι η Επιτροπή «απένειμε τα εύσημα» πριν από την ένταξη για την οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης. Η αναφορά της Έκθεσης στις οικονομικές εξελίξεις από το 1997 μέχρι το 2002, καθώς και οι εκτιμήσεις της αναφορικά με το κατά πόσον η οικονομία πληροί τα κριτήρια της Κοπεγχάγης, αντανακλούν και τη διαχρονική κατάσταση της κυπριακής οικονομίας. Κάθε Κυβέρνηση θα κριθεί από το τι θετικό πρόσθεσε στην κατάσταση που παρέλαβε και ποιες συνθήκες δημιούργησε για απρόσκοπτη συνέχιση της ανοδικής πορείας.

Ανάλογη εικόνα βιώσαμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια πριν από την ένταξη της Κύπρου στην ΟΝΕ (1.1.2008). Η Κυβέρνηση, για να μπορέσει η οικονομία να επιτύχει τους δείκτες Μάαστριχτ, προαπαιτούμενο για το σκοπό αυτό, υιοθέτησε κι εφάρμοσε πρόγραμμα σύγκλισης για να περιορίσει το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα στα επιτρεπτά όρια και να επιτύχει πτωτική τάση του δημόσιου χρέους. Η επιχειρηθείσα εξυγίανση ουσιαστικά στηρίχθηκε σε εξωγενείς παράγοντες (τη φορολογική αμνηστία), τη συνέχιση άμεσων κι έμμεσων φορολογιών που έπρεπε να είχαν μειωθεί ή εξαλειφθεί και την αιματηρή περικοπή δαπανών. Τα ελάχιστα διαρθρωτικά μέτρα που προέβλεπε το πρόγραμμα δεν προωθήθηκαν, ενώ αναβλήθηκαν έργα και σχέδια που σκοπό είχαν την αναδιάρθρωση/εξυγίανση της οικονομίας.

Κι ενώ ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή η ένταξη της Κύπρου στη Ζώνη του ευρώ και την ΟΝΕ, διερωτάται κανένας εάν προετοιμάσαμε την οικονομία ώστε να επωφεληθεί αρκετά από ένα τέτοιο εγχείρημα. Όταν βασικοί μας τομείς αντιμετώπιζαν διαρθρωτικά προβλήματα, πώς η υιοθέτηση του ευρώ θα βοηθούσε στην αύξηση των προϊόντων κι υπηρεσιών τους; Όπως και στην περίπτωση της ένταξης, έτσι και στην περίπτωση της υιοθέτησης του ευρώ δεν ωφεληθήκαμε από το ευνοϊκό «τράνταγμα» που σημείωσε η αλλαγή, γιατί δεν προετοιμαστήκαμε αρκετά προς την κατεύθυνση αυτή. Και πάλι η απονομή ευσήμων για την ένταξη της Κύπρου στην ΟΝΕ από μέρους της ΕΕ δεν έπρεπε να οδηγεί σε εφησυχασμό.



* Πρώην Υπουργός, πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού