ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΙΤΙΔΗ ΚΑΙ ΤΙΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΣΟΛΩΝΕΙΟ

ΟΙ ΠΙΟ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΕΣ, ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΜΑΣ, ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΗΡΟΥΝ ΕΝ ΤΑΥΤΩ ΤΙΣ ΔΥΟ ΑΥΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ, ΤΟΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΜΙΚΟΥ, ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΠΛΩΠΙΑ Ή GESTALT ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ, ΜΑΛΙΣΤΑ, ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ GESTALT, ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΔΗΛΑΔΗ ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ

Αυτή η μία πραγματικότητα δεν είναι τόσο αδήριτη και μία, είναι ενδεχομενική και μπορεί, άλλωστε, κάποια στιγμή να γίνει το άλλο της. Το αστείο, με αυτήν την έννοια, είναι πάντα πολιτικό, ελευθεριάζον με τα πράγματα, αλλά και απελευθερωτικό. Αν το πολιτικό αστείο δεν ρίχνει το ίδιο τα καθεστώτα, πάντως προετοιμάζει για μια τέτοια δυνατότητα, είναι απελευθερωτικό των συνειδήσεων


Με την φιλοσοφία των κόμικς (περισσότερο απ' ό,τι με την γελοιογραφία καθ' εαυτή) έχουν ασχοληθεί πολλοί. Άλλωστε, υπάρχουν κείμενα στην καινοφανή 'επιστήμη' της popular culture για τον ρόλο και το γλωσσικό πλαίσιο ή discourse των κόμικς στην λαϊκή κουλτούρα. Κυρίως ασχολούνται με τις ιστορίες των κόμικς και τον ρόλο των ηρώων τους στην λαϊκή φαντασία. Η έννοια του σούπερ ήρωα, όπως ο Σούπερμαν - σε προηγούμενο βιβλίο μου κι εγώ χρησιμοποίησα την εικόνα του σούπερμαν εξεικονίζοντας δι' αυτού έναν κόμικς πρόεδρο που πίστευε εαυτόν ή ήθελε ο λαός του να προσβλέπει σε αυτόν ως σούπερμαν. Είχαν υπάρξει και γελοιογραφίες που του κότσαραν την γνώριμη στολή του Σούπερμαν.

Καθ' ημάς θυμούμαι τον ημιφιλόσοφο ή οιονεί φιλόσοφο των πολιτικών τρόπων και της λαϊκής κουλτούρας να έχει γράψει ένα δοκίμιο σχόλιο στα πίνατς του Σουλτς. Ο Λούκυ Λουκ, επίσης, απησχόλησε την πένα στοχαστών και κοινωνιολόγων, ειδικά για την ελκυστική μυθική παρουσία του μοναχού καουμπόι που πάντα φεύγει προς την Δύση για να σώσει μιαν άλλη κοινωνία, στην οποία είναι πάντα μόνος και ξένος, σαν τους προφήτες και κριτές της Παλαιάς Διαθήκης: ξεχωρίζει πώς πρόδωσε τον εαυτό του και την αποστολή του ο Σαμψών όταν δελεάσθηκε και προσκολλήθηκε σε γυναίκα, ιστορία που αντανακλάται στην Καλύπτουσα Καλυψώ του Οδυσσέα. Η αιώνια παγίς, η ακυρώνουσα τον μοναχικό και ξένο άνδρα ήρωα. Αλλά, θα επιτρέψουμε στους εαυτούς μας απόψε, να μην ασχοληθούμε με τα κόμικς ως ιστορίες, όχι με τον δέσιμο εικόνας και αφήγησης, την λέξη στον λόγο της εικόνας, αλλά την εικόνα σαν λόγο. Σαν κωμικό δημιούργημα κι ενέργημα, με σκωπτικό ή ειρωνικό λόγο για όσα αυτή σχολιάζει. Οι καλύτερες γελοιογραφίες, άλλωστε, είναι αυτές χωρίς λόγια, όπου η εικόνα η ίδια μιλά, γίνεται λόγος. Και, μάλιστα, εδώ προτείνω ότι συναντά το αστείο, γίνεται ανεστραμμένος κόσμος, ανάποδος κόσμος, δείχνοντας δηκτικά, όσον υπ-αινικτικά ή άμεσα, το 'άλλο' των πραγμάτων.

Θυμούμαι μια γελοιογραφία του απέριττου μινιμαλιστή στο σχέδιό του, Βασίλη Μητρόπουλου, του γνωστού σας Βας. Στην μία εικόνα μια μεσήλιξ γυναίκα κάθεται σε μια πολυθρόνα. Με μια υπέροχα απλή γραμμή, ο γελοιογράφος την απεικονίζει στην απέραντη, απόλυτη ευτυχία, κάτι σαν ψηφοφόρος που ακούει υποσχέσεις πολιτικού. Στην επόμενη εικόνα, ή πάνελ, η κυρία έχει σηκωθεί και φεύγει. Αποκαλύπτεται ο λόγος της τόσης ευτυχίας της. Μια σούστα που εξέχει εξόχως από τη μαξιλάρα, υπήλθεν γάργαλος, που υπαινίσσεται κι ο υπότιτλος του βιβλίου μου 'Αστείον είναι'... Λατινιστί, να το θέσω επιστημονικά, η εξοχή, κάθε εξοχή, ονομάζεται... 'Penis'. Καυλός ελληνιστί, αν με εννοήσατε... οι φυτολόγοι εξ υμών. Δηλαδή, τι νομίζατε ότι λέτε όταν ονομάζετε την χερσόνησό μας... peninsula; Τα μολυβάκια σας penicilium ή pencil; Σεις είπατε, εκεί το μυαλό σας!

Με την ευκαιρία, ή θεία ευλογία, να έχουμε εδώ τον καταξιωμένο γελοιογράφο Γιώργο Μιτίδη, προτείνεται λοιπόν να σχολιάσουμε την γελοιογραφία σαν τοιαύτη, qua γελοιογραφία. Ως ένα σκωπτικό, εικονιστικό σχόλιο για την πραγματικότητα. Έχοντας σε τρία βιβλία φιλοσοφήσει το 'αστείον', ιδού η ευκαιρία να φιλοσοφήσουμε, ή να επιτρέψουμε να αυτοφιλοσοφηθεί και... ο αστείος. Πώς ενεργεί το αστείον της, το σκώμμα, η γελοιογραφία; Υπάρχουν γελοιογραφίες που γελοιοποιούν ή διασύρουν το διακωμωδούμενο, π.χ. επιτείνοντας κάποια χαρακτηριστικά του, συχνά σε σημείο που να απανθρωποποιείται και να ομοιάζει με ζώο ή φρούτο. Η γαμψή μύτη να στρεβλώνεται σε ακρότητα που να κάνει τον διακωμωδούμενο να ομοιάζει με γύπα, τα φουσκωμένα μάγουλα ή το στρογγυλό πρόσωπο να τον πατατοποιεί, ή, στην περίφημη γελοιογραφία του Φιλιπόν για τον βασιλιά του, τον Λουδοβίκο 15ο, να επιτείνονται διαδοχικά οι γραμμές του τετραγωνικού προσώπου, ώστε να ομοιάζει αχλάδι. Το σχόλιο, κοινωνικό ή πολιτικό, υπαινίσσεται εδώ την τάση των φυσιογνωμικών αναγνώσεων που συνδέουν φυσιογνωμίες με ψυχολογικά ή ηθικά χαρακτηριστικά και ήθη. Στον Αριστοτέλη -δεν θα τον αποφεύγατε- απεδόθη ψευδώς βιβλίο του μαθητή του, Πολέμωνα, με τίτλο Φυσιογνωμικά.

Αστείο και γελοιογραφία συναντώνται
στην πολιτική τους διάσταση

Αλλά, αυτός πλέον δεν είναι ο πιο διαδεδομένος τρόπος της γελοιογραφίας σήμερα - τελευταίος στην Ελλάδα ήταν, πιστεύω, ο εξαίρετος σχεδιαστής Φωκίων Δημητριάδης. Σήμερα οι επιτυχημένες γελοιογραφίες, όπως του φίλου μου -ελπίζω ακόμη φίλου μου- Γιώργου Μιτίδη - είναι οι σκηνικές, λογικές γελοιογραφίες. Πλησιέστερες, δηλαδή, στην φιλοσοφία του Αστείον είναι, που προβάλλουν μια σκηνή που σχολιάζει δηκτικά, διά του λόγου των παρισταμένων της ή διά μόνης της εικόνας, το «άλλο» των πραγμάτων. Το αστείον που παρωδεί μια πραγματικότητα, υπονομεύοντας ή κι αναιρώντας όλως τις επιφάσεις σοβαρότητάς της, υποδεικνύοντας πλευρές της που την διακωμωδούν, στρεβλώνουν και παραδίδουν εις τον γέλωτα. Οι πιο πετυχημένες, στην αντίληψή μας, γελοιογραφίες είναι αυτές που διατηρούν εν ταυτώ τις δύο αυτές εικόνες, του σοβαρού και του κωμικού, σε μια διπλωπία ή gestalt της πραγματικότητας και, μάλιστα, παίζοντας ακριβώς με αυτήν την φύση της gestalt, το γεγονός δηλαδή ότι δεν μπορείς να δεις και τα δύο ταυτόχρονα, την πάπια και τον λαγό, το σοβαρό και το κωμικό, αν και το ένα δεν μπορεί να αποσπαστεί από το άλλο.

Σκεφτείτε τον μεγάλο θρησκευτικό πίνακα, τον Μυστικό Δείπνο του Leonardo da Vinci. Ένας κολοσσιαίος πίνακας, που δύσκολα θα χωρούσε στο δικό σας σαλόνι με όλα τα 5 επί 9 μέτρα του... και τι χρώμα καναπέ θα διαλέγατε από κάτω του; Σκεφτείτε τώρα ένα συννεφάκι διαλόγου στα χείλη του Χριστού να διαμαρτύρεται στους μαθητές Του: "Τι άλας της γης και κουραφέξαλα, πού είναι το αλάτι στο τραπέζι;". Ο βλοσυρός θρησκευτικός πίνακας έγινε γελοιογραφία. Τον είχα δει σαν γελοιογραφία, μάλιστα, στο Private Εye, όπου μια θαυμάσια αναπαράστασή του σε σκίτσο τον έδειχνε σαν εσωτερικό ενός πολυτελούς εστιατορίου. Απ' έξω δύο επίδοξες πελάτισσες κοπέλες σχολιάζουν αν θα μπουν στο εστιατόριο αυτό... Όχι εδώ, λέει η μία, δεν μ' αρέσει, είναι γεμάτο άντρες, it's too blokey. Ίσως και ο άλλος μεγάλος πίνακας του αναγεννησιακού Γιώργου Mιτίδη, του Leonardo da Vinci, η Τζοκόντα, να είναι κι αυτός μια γελοιογραφία, αφού παίζει ανάμεσα στην σοβαρότητα ή το μυστηριώδες χαμόγελο της Joconda. Άλλωστε, ποια γυναίκα σάς χαμογελά χωρίς να έχει κρύφιους, σοβαρούς σκοπούς από πίσω; Μια gestalt που διατηρεί όλο το μυστήριο του παιγνιώδους χαρακτήρα του πίνακα. Στον σύγχρονο φίλο μου da Vinci, τον Γιώργο εδώ δίπλα, η οικονομική κρίση που εξαθλίωσε τους hoi polloi, τους πολλούς φτωχούς, αλλά πρόσθεσε υπέρογκα στον πλούτο των ολίγων, όντας ίσως ένα τέτοιο κόλπο αποσπάσεως πλούτου για τους διαχειριστές της κρίσης, δείχνεται στο τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Μιτίδη με το λογοπαίγνιο 'Κρίση ή Κροίσοι;'.


Οι σουρεαλιστές φιλόσοφοι του αστείου
Η πραγματικότητα είναι μία, σας λένε παπάδες (με ένα Θεό στην κορυφή της), πολιτικοί (με κάποιας κοπής θεό κι αυτοί να σας κυβερνά) κι οι ρεαλιστές φιλόσοφοι (με τον φιλόσοφο βασιλιά, αν σας γελάσουμε). Μία και αδήριτη και αναπόφευκτη, σας λένε όλοι οι πιο πάνω, άρα υποταχθείτε στην μία αλήθεια της. Οι σουρεαλιστές φιλόσοφοι του αστείου, τώρα, επιμένουν να σας δείχνουν το άλλο της πραγματικότητας, να την απεκδύουν από τις επιφάσεις, τα επιχρίσματά της, να δείχνουν γυμνό τον βασιλιά. Δείχνοντας το άλλο της πραγματικότητας, δείχνουν άλλες δυνατότητες. Κι όπως είπε ένας λογικός φιλόσοφος των τροπικοτήτων, ο Hintikka, κάτι είναι δυνατό μόνο αν 'in the long run' θα γίνει πραγματικότητα. Αυτή η μία πραγματικότητα δεν είναι τόσο αδήριτη και μία, είναι ενδεχομενική και μπορεί, άλλωστε, κάποια στιγμή να γίνει το άλλο της. Το αστείο, με αυτήν την έννοια, είναι πάντα πολιτικό, ελευθεριάζον με τα πράγματα, αλλά και απελευθερωτικό. Αν το πολιτικό αστείο δεν ρίχνει το ίδιο τα καθεστώτα, πάντως προετοιμάζει για μια τέτοια δυνατότητα, είναι απελευθερωτικό των συνειδήσεων.