* Στις 20 Ιουλίου 1974, ο τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στην Κύπρο και άρχισε μια υφέρπουσα κατοχή, που την επιβράδυναν οι επακόλουθες συνομιλίες. Τον μήνα που ακολούθησε, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν βρέθηκε βαθιά αναμειγμένος σε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους και τους Έλληνες στη Γενεύη. Επίσημα έγγραφα δείχνουν ολοφάνερα ότι ο ίδιος και το Υπουργείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας γνώριζαν πλήρως ότι ο τουρκικός στρατός μπορούσε να «εξαπολυθεί» και να καταλάβει το ένα τρίτο της Κύπρου.

* «Τα ψέματα πάντα έχουν ενδιαφέρον, γι' αυτό τους δίνεται δημοσιότητα. Οι αλήθειες είναι ανιαρές, γι' αυτό παραμένουν άγνωστες» - Θεμιστοκλής Λεωνίδου Χρυσανθόπουλος, πρώην Έλληνας Πρέσβης

ΔΡ ΟΥΙΛΙΑΜ ΜΑΛΙΝΣΟΝ
Εισαγωγή
Ο κόσμος γνωρίζει πολύ καλά ότι η παράνομη επίθεση εναντίον του Ιράκ ήταν βασισμένη σε ασύστολα ψεύδη, σερβιρισμένα με τη βοήθεια και συνέργεια πειθήνιων μέσων ενημέρωσης, αν και η εφημερίδα «Ντέιλι Μίρορ», τότε υπό τον ανεπανάληπτο Πίερς Μόργκαν, έθεσε υπό αμφισβήτηση τα ψέματα του Τόνι Μπλερ. Η απόκρυψη της αλήθειας από τον Βρετανό Πρωθυπουργό και τα τσιράκια του αποκαλύφθηκε αργότερα. Αλλά χρειάστηκε χρόνος και τεράστια πίεση από την κοινή γνώμη για να διεξαχθεί έρευνα. Γιατί, τότε, έπρεπε να περιμένουμε σαράντα δύο χρόνια για να εκθέσουμε έναν άλλο Βρετανό πρώην Πρωθυπουργό και τους υπευθύνους του στο Φόρεϊν Όφις;
Η ιστορία είναι απλή. Στις 20 Ιουλίου 1974, ο τουρκικός στρατός αποβιβάστηκε στην Κύπρο και άρχισε μια υφέρπουσα κατοχή, που την επιβράδυναν οι επακόλουθες συνομιλίες. Τον μήνα που ακολούθησε, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν βρέθηκε βαθιά αναμειγμένος σε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους και τους Έλληνες στη Γενεύη.
Επίσημα έγγραφα δείχνουν ολοφάνερα ότι ο ίδιος και το Υπουργείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας γνώριζαν πλήρως ότι ο τουρκικός στρατός μπορούσε να «εξαπολυθεί» και να καταλάβει το ένα τρίτο της Κύπρου. Μάλιστα, ο Κάλαχαν ανησυχούσε γι' αυτό. Ωστόσο, στις 19 Φεβρουαρίου 1976, αρνήθηκε σε κοινοβουλευτική επιτροπή ότι γνώριζε οτιδήποτε γι' αυτό από προηγουμένως. Ας δούμε τα γεγονότα.

Τα Γεγονότα
Στις 10 Αυγούστου, ο Βοηθός Αρχηγός του Βρετανικού Επιτελείου Άμυνας (Επιχειρήσεων), Υποπτέραρχος Φράνσις Μέλερς, έγραψε μιαν Άκρως Απόρρητη Επιστολή στον Κάλαχαν.
«Ο τουρκικός στρατός αναζητά αφορμή για να συνεχίσει τις επιχειρήσεις. Ο επόμενος πιθανός στόχος τους είναι η αύξηση της ελεγχόμενης από αυτούς περιοχής, ώστε να περιλάβει ολόκληρο το βορειοανατολικό τμήμα της Κύπρου, στα όρια μιας γραμμής πέντε μιλίων ανατολικά της Μόρφου, μέσω των νοτίων προαστίων της Λευκωσίας και κατά μήκος του παλιού δρόμου της Αμμοχώστου μέχρι την πόλη της Αμμοχώστου. Υπολογίζω πως, για να το καταφέρουν αυτό, θα εξαπολύσουν χερσαία επίθεση από την παρούσα θέση τους στα δυτικά και στη Λευκωσία, σε συνδυασμό με ρίψη δύο ταγμάτων αλεξιπτωτιστών στον θύλακα του Τζιάος και πιθανόν μια απόβαση στη βόρεια ακτή του κόλπου της Αμμοχώστου. Ταυτόχρονα, θα εξαπολύσουν μια επίθεση τεθωρακισμένων προς τα Ανατολικά, από τις ανατολικές τους θέσεις για να ενωθούν με το Τζιάος».
Την ίδια μέρα, ο Μέλερς έστειλε ένα έκτακτο Άκρως Απόρρητο τηλεγράφημα στον Υπαρχηγό του Επιτελείου Άμυνας:
«Ο Υπουργός Εξωτερικών ανησυχεί πολύ για τη σκληρή γραμμή [σικ] που υιοθετεί η τουρκική αντιπροσωπία στη Γενεύη και την ισχυρή ένδειξη ότι πιθανόν σύντομα να επιχειρήσουν μεγάλη προέλαση [σικ] από την περιοχή που προς το παρόν κατέχουν. Έχει ζητηθεί από εκπροσώπους του Υπουργείου Άμυνας να παράσχουν τη συμβουλή τους σε γενικούς όρους για την ενδεχόμενη μορφή που θα προσλάβει η προέλαση και τι θα μπορούσε μια ανάλογα ενισχυμένη ΟΥΝΦΙΚΥΠ να προσφέρει, παρεμβάλλοντας τον εαυτό της και καθιστώντας το επαρκώς σαφές στους Τούρκους ότι, για να επιτύχουν τους στόχους τους, θα έπρεπε να τα βάλουν και με την ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Η δύναμη θα πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη και κατάλληλα εξοπλισμένη για να αποδείξει τον εαυτό της, αλλά τόνισα ότι το μόνο που θα μπορούσαμε να ελπίζουμε ήταν η αποτροπή και οποιαδήποτε περίπτωση να συγκρατήσουμε τους Τούρκους είναι εκτός συζήτησης, δεδομένου του υπολογισμένου επιπέδου της τουρκικής δύναμης και λαμβάνοντας υπόψη την τουρκική αεροπορία [σικ]».
Τα ψευδή γεγονότα
Παρά την πρόδηλη επίσημη και τεκμηριωμένη απόδειξη ότι ο Υπουργός Εξωτερικών γνώριζε για την πιθανότητα της αρχικής τουρκικής εισβολής στις 20 Ιουλίου (δεν αναφέρεται στο παρόν άρθρο, διότι είχε πληροφορηθεί λιγότερο από μια μέρα πριν από την αρχική εισβολή) και την επακόλουθη προέλαση, το αρνήθηκε αυτό στις 19 Φεβρουαρίου 1976 ενώπιον της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για την Κύπρο. Τον συνόδευαν οι Άλαν Γκούντισον (υπεύθυνος του Τμήματος Νότιας Ευρώπης), Ντέρικ Μπέρτεν (υπεύθυνος του Τμήματος Απαιτήσεων) και Τζον Φρίλαντ (δεύτερος Νομικός Σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας). Ένα απόσπασμα από τα πρακτικά δίνει την εξήγηση:
Ρίις Ντέιβις: Ούτως εχόντων των πραγμάτων, και με τον Ετζεβίτ να έχει αναχωρήσει από το Λονδίνο και επιστρέψει στην Τουρκία, έγινε η πρώτη τουρκική εισβολή στις 20 Ιουλίου, κατά τον χρόνο που, όπως περιγράφεται σε εκείνο το ανακοινωθέν σας, διεξάγονταν ατελέσφορες συνομιλίες με τους Τούρκους αντιπροσώπους. Με αυτό ως δεδομένο, αναγνωρίσατε τουλάχιστον, δεν είναι έτσι, ότι επρόκειτο να γίνει άμεση εισβολή από τους Τούρκους, τουλάχιστον στη βόρεια Κύπρο κατά τον χρόνο εκείνο κι ότι αυτό επέκειτο;
Κάλαχαν: Όχι.
[...]
Ρίις Ντέιβις: Όταν είχατε την πρώτη Διάσκεψη της Γενεύης κι είχαν υπογραφεί ανακοινωθέντα στις 30 Ιουλίου, δεν υπήρχε τότε ένδειξη ότι οι Τούρκοι αποχωρούσαν, διότι κατέφθαναν ακόμα αναφορές ότι ενίσχυαν τη λαβή τους στη Βόρεια Κύπρο. Αυτό είναι σωστό, δεν είναι;
Γκούντισον: Είναι αλήθεια ότι αμέσως μετά την υπογραφή της Διακήρυξης της Γενεύης, οι Τούρκοι προέλασαν λίγο, αλλά η ουσία της Διακήρυξης ήταν ότι θα σταματούσαν, κι αυτό διαλάμβανε τη χάραξη των γραμμών κατάπαυσης του πυρός, πράγμα που θα γινόταν μεταξύ των δύο διασκέψεων. Αναμέναμε ότι οι γραμμές θα σταθεροποιούνταν μετά την πρώτη Διάσκεψη της Γενεύης.
Ρίις Ντέιβις: Σωστά. Το αναμένατε, αλλά στην πραγματικότητα τα γεγονότα δεν εξελίχθηκαν με αυτόν τον τρόπο. Συνέχισαν να δείχνουν ότι υπήρχε πραγματικός κίνδυνος για περαιτέρω προέλαση, δεν είναι έτσι;
Κάλαχαν: Όχι, δεν νομίζω ότι υπήρχε καθόλου τέτοια ένδειξη.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 26 Φεβρουαρίου, το Υπουργείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας επαύξησε το ψέμα με ένα τηλεγράφημα προς τη Βρετανική Αρμοστεία της Λευκωσίας.
«Μπορείτε, ως καθίσταται αναγκαίο, να διαψεύσετε ότι η Κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητος είχε οποιαδήποτε εκ των προτέρων πληροφορία για το πραξικόπημα ή την εισβολή και να πείτε ότι το αρνήθηκα ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του Κοινοβουλίου;».
Συμπεράσματα
Είναι φανερόν ότι ζούμε τα τελευταία 42 χρόνια με την ψεύτικη είδηση ότι δήθεν ο Κάλαχαν δεν είχε προηγούμενη γνώση της τουρκικής εισβολής. Γιατί δεν είπε την αλήθεια; Η δική μου ερμηνεία είναι ότι, αν και η Βρετανία ποτέ δεν ήθελε μια τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο Κίσινγκερ ήθελε, ή τουλάχιστον τη διευκόλυνε. Ο Κίσινγκερ έπεισε τον Κάλαχαν να μην ακολουθήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της Βρετανίας απέναντι στην Κύπρο και να κάνει τα πράγματα πιο εύκολα για την Τουρκία. Αν ο Κάλαχαν είχε πει την αλήθεια στην Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για την Κύπρο, οι επικριτές της τουρκικής εισβολής θα τον είχαν κατηγορήσει για επίδειξη αδυναμίας κι ότι δεν είχε τολμήσει να δράσει χωρίς την άδεια της Ουάσιγκτον. Έπειτα, ο Κάλαχαν ετοιμαζόταν να αναλάβει την Πρωθυπουργία από τον ασθενούντα Χάρολντ Γουίλσον. Η αλήθεια, εκτός του ότι θα έφερνε σε δύσκολη θέση την Ουάσιγκτον, δεν θα ενίσχυε τη θέση του ως ανεξάρτητου πολιτικού και θα δυσχέραινε την υποψηφιότητά του. Έγινε Πρωθυπουργός έξι εβδομάδες μετά που είχε πει ψέματα για την τουρκική εισβολή. Αυτή είναι, εν πάση περιπτώσει, η εξήγηση που δίνω εγώ για την ατυχή συμπεριφορά του στις 19 Φεβρουαρίου 1976.
* Πρώην μέλος της Βρετανικής Διπλωματικής Υπηρεσίας και καθηγητής της Ιστορίας, Λογοτεχνίας και Πολιτισμού στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, συγγραφέας πολλών βιβλίων και άρθρων για την Κύπρο. Ζει στην Αθήνα.