TO TIME OUT ΣΥΝΑΝΤΑ
Ράνια Σχίζα
Η Ελληνίδα ηθοποιός Ράνια Σχίζα πρωταγωνιστεί στο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη ‘Ο ήχος του όπλου’, την πρώτη παραγωγή της Νέας Σκηνής του ΘΟΚ για την καινούρια σεζόν.
Αυτή είναι η πρώτη σας επαφή με την Κύπρο. Πώς νιώθετε;
‘Νιώθω χαρούμενη και τυχερή. Με αφορμή αυτήν την εξαιρετική επαγγελματική πρόταση θα είμαι στην Κύπρο για πέντε μήνες. Ήδη έχει περάσει ο ένας κι ούτε που το κατάλαβα. Καθημερινά πρόβες, αξιόλογοι άνθρωποι, όμορφα μέρη και για πρώτη φορά στη ζωή μου περνάω τόσο πολύ χρόνο μόνη μου, καθότι η καθημερινότητά μου έχει αλλάξει’.

Και πώς είναι η εμπειρία με τον ‘Ήχο του όπλου’ στον ΘOK;
‘Πολύ καλή. Θα ‘θελα να μου μείνει αξέχαστη. Γίναμε ομάδα από τις πρώτες αναγνώσεις, μπορώ να πω. Ωραία χημεία, διάθεση, όρεξη, περιέργεια, επικοινωνία, δόσιμο στην πρόβα... Απολαμβάνω τη διαδικασία’.

Έχετε αγωνία για την πρεμιέρα;
‘Προσπαθώ να συμμαχήσω με το άγχος μου και να κρατήσω την εγρήγορση που μου δίνει. Οι ηθοποιοί πάνω στη σκηνή είμαστε γυμνοί, αφύλαχτοι, εκτεθειμένοι και υπό κρίσιν. Οφείλουμε να συμφιλιωθούμε μ’ αυτό και να αντιμετωπίζουμε με γενναιότητα την ανασφάλειά μας’.

Πείτε μας λίγα λόγια για την παράσταση και τον δικό σας ρόλο;
‘Μια γυναίκα παντρεμένη από χρόνια στην επαρχία, έρχεται στην πόλη της την Αθήνα για να ψηφίσει στις βουλευτικές εκλογές. Εκεί θα συναντήσει τον γιο της -πρωτοετή της Βιομηχανικής Σχολής-, τον οποίο έχει να δει έναν ολόκληρο χρόνο, καθώς και κάποια άλλα πρόσωπα. Μέσα σε λίγες ώρες και εν μέσω προεκλογικών συνθημάτων και πανηγυρισμών θα συμβούν πολλά και τα ανθρώπινα όρια θα δοκιμαστούν. Έχω τον ρόλο της Κάτιας, της μητέρας, μιας γυναίκας παγιδευμένης στη λανθασμένη επιλογή της να παντρευτεί τον άντρα που ερωτεύτηκε. Έναν άνθρωπο με εντελώς διαφορετική ιδεολογία και νοοτροπία από τη δική της. Τον ακολούθησε στην επαρχία που ζούσε και μαζί μ’ αυτόν “παντρεύτηκε” και την οικογένειά του, με την οποία δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει ποτέ. Για να αντέξει σιώπησε, η κουζίνα και η μουσική έγιναν το καταφύγιό της. Τσιγάρο και ποτό. Οι συγκρούσεις μέσα της τεράστιες, την εξασθενούν. Η αγωνιώδης επιθυμία της να επικοινωνήσει με τον γιο της, να τον προσεγγίσει, μένει μετέωρη. Καταπιεσμένη κι η ίδια κάνει ακριβώς το ίδιο στα παιδιά της, ανίκανη να διαχειριστεί την αγάπη της γι’ αυτά. Θύμα και θύτης μαζί’.

‘Ο ήχος του όπλου’ δεν ακούγεται ποτέ, διαβάζουμε στην περίληψη του έργου. Τί κρύβεται πίσω από αυτόν τον συμβολισμό;
‘Ναι, δεν ακούγεται. Δεν χρειάζεται να ακουστεί, για να νιώσεις την απειλή. Αρκεί που το έχεις εκεί. “Σου περνάει τη δύναμή του”, όπως λέει ο Γιαννούκος, ένας από τους ήρωες του έργου. Δεν ξέρω αν απαντώ στην ερώτηση αλλά σκέφτομαι ότι δεν χρειάζεται να πυροβολήσεις για να σκοτώσεις… μπορείς να το κάνεις και με μια λέξη’.

Τι έχει να μεταφέρει στον θεατή αυτό έργο, που διαδραματίζεται στην Ελλάδα του 1985;
‘Ήταν μια εποχή έντονα πολιτικοποιημένη στην Ελλάδα, αλλά το έργο θεωρώ ότι την υπερβαίνει. Υπό την έννοια ότι ξεπερνά την εποχή που γράφτηκε και μπορεί να σταθεί στο σήμερα και να το καθρεφτίσει. Το πανηγυρικό κλίμα των εκλογών, οι αντιπαραθέσεις, οι προεκλογικές συγκεντρώσεις, οι επαναλαμβανόμενες πολιτικές υποσχέσεις και τα συνθήματα, η αναζωπύρωση της ελπίδας για κάτι επιτέλους καλύτερο… Και μέσα σε όλο αυτό το τζέρτζελο, οι προσωπικές ιστορίες, η ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη, για επικοινωνία, για δουλειά, για αξιοπρέπεια… Μια νέα γενιά χωρίς προσανατολισμό και η αγωνία για το μέλλον της. Η ιστορία επαναλαμβάνεται’.
Πρεμιέρα Παρ 9 Νοε, Νέα Σκηνή ΘΟΚ, Λευκωσία, 20.30.