Εθνικό Συμβούλιο: Ποια η χρησιμότητα μιας εικονικής συνδιαβούλευσης;


ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΛΟΚΑΣΙΔΗΣ*
Από τα λίγα πράγματα για τα οποία ήμουν περήφανος κατά τη διαδρομή μου στην πολιτική ζωή του τόπου, ήταν η συμμετοχή μου στο Εθνικό Συμβούλιο. Μάλλον ως αποτέλεσμα πλάνης. Είχα την εντύπωση ότι το Εθνικό Συμβούλιο επιτελούσε εθνική αποστολή. Μακράν τούτου. Έχοντας θητεύσει στον θεσμό για περίοδο τεσσάρων ετών, έχω καταλήξει στα εξής συμπεράσματα: Τουλάχιστον κατά την περίοδο που διετέλεσα μέλος, είναι ζήτημα αν το ΕΣ συνέτεινε στην αλλοίωση ή στη συνδιαμόρφωση έστω και μερικών κυβερνητικών αποφάσεων. Και αυτό δεν έχει σχέση με τον συμβουλευτικό χαρακτήρα του θεσμού, ο οποίος είναι δεδομένος. Έχει σχέση με τη σοβαρότητα με την οποία περιβάλλεται. Στις πλείστες περιπτώσεις, οι κρατικές αποφάσεις ήταν ήδη ειλημμένες. Σε άλλες περιπτώσεις, χειρότερες, όχι απλώς οι αποφάσεις ήταν ειλημμένες, αλλά και τα συζητούμενα στο Εθνικό έγγραφα - προτάσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς είχαν ήδη εγχειρισθεί στην τουρκική πλευρά. Δεν θα ξεχάσω μια τέτοια περίπτωση όταν συνεστήθησαν άρον-άρον υποεπιτροπές του Εθνικού Συμβουλίου για να συζητήσουν και να τροποποιήσουν ελληνοκυπριακές προτάσεις, που είχαν ήδη υποβληθεί. Συζητούσαμε για μέρες τροποποιήσεις σε έγγραφα που δεν υπήρχε περίπτωση να αποσυρθούν και να επαναϋποβληθούν. Κατά τη διάρκεια της θητείας μου, είναι ζήτημα αν ετέθησαν μερικές απόψεις που να μην είχαν ακουστεί και έξω από το Εθνικό Συμβούλιο. Δηλαδή, ελάχιστοι συμμετέχοντες, ελάχιστες φορές διατύπωσαν απόψεις που ήταν εκτός του δημοσίως διακηρυχθέντος κομματικού τους πλαισίου. Νομίζω ότι κατά τη διάρκεια της θητείας μου δεν έγινε ποτέ εκ βαθέων συζήτηση επί του πρακτέου. Και αν έγινε, δεν κρατήθηκε εμπιστευτική.


Οι αποφάσεις του Σεπτεμβρίου 2009
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο καθένας μπορεί να συναγάγει τη χρησιμότητα του θεσμού. Αυτή η περιγραφή της λειτουργίας του Εθνικού Συμβουλίου εκ των πραγμάτων επικαθορίζει και τη σημασία των αποφάσεών του. Ήμουν παρών κατά τη λήψη μίας εκ των ομόφωνων αποφάσεων του Εθνικού Συμβουλίου: Αυτής του Σεπτεμβρίου 2009. Κατά καιρούς θα ακούσετε να τυγχάνει επίκλησης. Η απόφαση ως περιεχόμενο είχε και καλά στοιχεία. Ενδεικτικό, όμως, της βαρύτητας της απόφασης είναι ότι, ακόμη και κατά τη στιγμή που λαμβανόταν η απόφαση, ο Πρόεδρος Χριστόφιας υπέβαλλε προτάσεις που αντέκειντο στο περιεχόμενο της απόφασης. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Ήταν καλύτερα να βγει ή να μην βγει η ομόφωνη αυτή απόφαση; Φρονώ ότι ήταν καλύτερα να εκδηλωθεί η διαφωνία και να βγει προς τους πολίτες, παρά να υπάρξει μια τεχνητή σύγκλιση, η οποία συγκάλυψε τις πραγματικές διαφωνίες και δεν είχε καμία, μα καμία, επίδραση στην ασκούμενη πολιτική. Είναι πάγιο πρόβλημα της πολιτικής λειτουργίας μας ότι ικανοποιούμεθα με τη βιτρίνα, παρά με το περιεχόμενο. Προτιμούμε μια λεία επιφάνεια και ας κρύβει στο βάθος της σαπίλα. Ακούω, συχνά, πολίτες να λεν στους πολιτικούς «βρείτε τα, μονοιάστε». Πώς μπορεί, όμως, να γίνει αυτό, όταν υπάρχουν ουσιαστικές αποκλίσεις;
Τώρα, πώς μπορεί να καταστεί ο θεσμός χρήσιμος; Χρειάζεται αλλαγή διαδικαστική, αλλά και νοοτροπίας. Πρέπει να διασφαλιστεί η εμπιστευτικότητα των συζητουμένων. Όποιος συλλαμβάνεται να αφήνει να διαρρεύσουν πληροφορίες, πρέπει να αποβάλλεται. Πέραν τούτου, όμως, πρέπει ο κάθε συμμετέχων να συναισθάνεται την προσωπική ευθύνη της συμμετοχής του. Δεν πρέπει να συμμετέχει τόσο ως κομματικός εκπρόσωπος, αλλά ως πολιτικός με αίσθηση προσωπικής ευθύνης. Αν οι συζητήσεις παύσουν να είναι ξύλινη επανάληψη κομματικών θέσεων, τότε ίσως να τύχουν και περισσότερου σεβασμού από τους συμμετέχοντες. Ίσως, τότε, κάποιες ομόφωνες αποφάσεις αποκτήσουν τέτοια πολιτική βαρύτητα, που να εφαρμοστούν στην πράξη.

* Νομικός, τέως Αναπληρωτής Πρόεδρος του ΔΗΚΟ