ΝΙΑΖΙ

Η «ΝΕΑ ΤΟΥΡΚΙΑ» ΤΑΛΑΝΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΦΑΝΕΣ ΕΙΔΟΣ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΒΑΘΥΤΑΤΑ ΔΙΧΑΣΜΕΝΗ
Η δοκιμασία της δημοκρατίας στην Τουρκία
Niyazi K?z?ly?rek
Ένα πολύ σημαντικό δημοψήφισμα διενεργήθη πρόσφατα στην Τουρκία. Η ριζοσπαστική συνταγματική αλλαγή με σκοπό τη μετάβαση από το κοινοβουλευτικό στο προεδρικό σύστημα θεωρήθηκε ότι έγινε αποδεκτή από το 51,41% των Τούρκων πολιτών, σ’ ένα πολύκροτο και αμφιλεγόμενο δημοψήφισμα.
Επισκοπώντας την ιστορία του τουρκικού κράτους, θα λέγαμε ότι ελάχιστες ήταν οι στιγμές που η δημοκρατία στην Τουρκία δεν βρέθηκε σε δυσχέρεια. Ήταν δημοκρατικό το καθεστώς κατά τη μονοκομματική περίοδο; Λειτουργούσε σωστά η δημοκρατία κατά τη διακοπτόμενη από στρατιωτικά πραξικοπήματα πολυκομματική περίοδο;
Η περιγραφή των διαφορετικών γνωρισμάτων που έλαβε κατά περιόδους η αντιδημοκρατικότητα στην Τουρκία είναι επωφελής και κομβική στο να κατανοήσουμε το σύγχρονο πρόβλημα έλλειψης δημοκρατίας στη χώρα.
Στο πηδάλιο της χώρας κατά τη μονοκομματική περίοδo (1923 - 1950) βρίσκονταν μέλη των κυρίαρχων πολιτικών ελίτ, που δεν είχαν την ανάγκη να αναζητήσουν λαϊκά ερείσματα. Γι’ αυτούς δεν υπήρχε ζήτημα δημοκρατίας, αλλά «ζήτημα πολιτισμού», δεν υπήρχε λαός, αλλά κοινωνία που επιβαλλόταν να «εκπολιτιστεί» σύμφωνα με τα πρότυπά τους. Συνεπώς, οι επιλογές τους διαμορφώνονταν όχι με σκοπό τη λαϊκή συμμετοχή στην πολιτική, αλλά στο όνομα του «Σύγχρονου Πολιτισμού». Ο λαός ήταν «αδαής» και «ανώριμος», γι’ αυτό είχε ανάγκη από «καθοδήγηση».
Σ’ ένα περιβάλλον κυριευμένο από μια τέτοια αντίληψη, δεν θα μπορούσε ασφαλώς να γίνεται λόγος για λαϊκή κυριαρχία, ήτοι για δημοκρατία.
Με τη μετάβαση στην πολυκομματική περίοδο οι νέες πολιτικές ελίτ αναζήτησαν και βρήκαν χώρο μέσα στο καθεστώς που εγκαθίδρυσαν οι κοσμικές πολιτικές ελίτ της μονοκομματικής περιόδου. Διακηρύττοντας «αρκετά! Ο λόγος στο έθνος», απευθύνθηκαν στη «λαϊκή βούληση» και έλαβαν τη στήριξη των ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων.
Ωστόσο, παρέμεναν στριμωγμένες ανάμεσα στο υφιστάμενο καθεστώς κηδεμονίας και τα πλατύτερα λαϊκά στρώματα. Από καιρού εις καιρόν μιλούσαν για «εθνική βούληση», ενώ σε άλλες περιπτώσεις αναφέρονταν στις απαραβίαστες «αρχές του Ατατούρκ». Αντιμετώπισαν τρομερές δυσκολίες στη διαχείριση αυτής της παράδοξης κατάστασης, κυβέρνησαν ακροβατώντας στην κόψη του ξυραφιού και έφτασε τελικά η μέρα που τα ηγετικά τους στελέχη είτε εκτελέστηκαν είτε κατέληξαν στη φυλακή.
Ο υποβιβασμός του λαού σε θρησκευτική
και πολιτισμική φαντασίωση
Με την άνοδο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) το 2003, ή, καλύτερα, με την εδραίωση της εξουσίας του το 2007, η χώρα ήρθε αντιμέτωπη μ’ ένα πρωτοφανές φαινόμενο. Η βούληση του λαού φετιχοποιήθηκε ως «εθνική βούληση» και προσέλαβε ένα νέο περιεχόμενο, βασισμένο σε μια «εντοπιότητα» που αποκλείει την ουσιαστική διάσταση της έννοιας του λαού και σ’ ένα «εθνικό φρόνημα», που εμπνέεται από τη θρησκευτικότητα.
Βάσει αυτής της αντίληψης, ο λαός δεν είναι μια πολιτική έννοια που εμπεριέχει το σύνολο των πολιτών (δήμος), αλλά ένα εθνικό, θρησκευτικό και πολιτισμικό σύνολο, στο οποίο ανήκουν όσοι ακολουθούν έναν τρόπο ζωής βασισμένο σε ξεκάθαρους κώδικες.
Παραθέτοντας σε αυτό το σημείο τη Hannah Arendt, «αντί μιας κοινωνίας των πολιτών, η οποία δημιουργήθηκε από το δικαίωμα των ανθρώπων να έχουν δικαιώματα», αναπτύχθηκε μια οργανική αντίληψη του λαού και αυτός υποβιβάστηκε σε μια θρησκευτική και πολιτισμική φαντασίωση.
Όσοι μένουν εκτός αυτής της «φαντασιακής κοινότητας», θεωρούνται «έκφυλοι» και «ξένοι» προς τον λαό. Με άλλα λόγια, ο λαός ορίζεται ως μια εντόπια και οργανική «ουσία». Όσοι αδυνατούν να μετέχουν σε αυτό το «πνεύμα», μένουν εκτός αυτής της φανταστικής κοινότητας και στερούνται δικαιωμάτων.
Συνοπτικά, ο τουρκικός λαός συνιστά πλέον μια πολιτική κατασκευή. Δεν είναι μια κοινωνία των πολιτών, αλλά μια κοινότητα βασισμένη στη θρησκευτικότητα και τον τρόπο ζωής, όπως αυτά υπαγορεύονται από τις κυρίαρχες πολιτικές.
Σε αυτό το αφήγημα ο λαός, όπως συμβαίνει στις δημοκρατίες, δεν τοποθετείται μέσα, αλλά πάνω από το κράτος? γίνεται «αφέντης» του κράτους.
Μια τέτοια αντίληψη του λαού είναι αναπόφευκτα διχαστική και εμμονική στον αποκλεισμό. Όχι μόνο δεν περικλείει το σύνολο των πολιτών, αλλά δεν θεωρεί, σε καμιά περίπτωση, πολίτες όσους μένουν εκτός της οργανικής εθνικής-θρησκευτικής κοινότητας. Αυτοί παραμένουν πολίτες στα χαρτιά και, επειδή το «πνεύμα» τους δεν συμπλέει με το «πνεύμα της οργανικής κοινότητας», δεν θεωρούνται κατ’ ουσίαν πολίτες.
Στο πλαίσιο μιας τέτοιας ρητορικής, όπου τα αυταρχικά στοιχεία συμπλέκονται με τον λαϊκισμό, οι ισχυριζόμενοι ότι αντιπροσωπεύουν τον «πραγματικό λαό» δεν σέβονται τα πολιτικά δικαιώματα των «αποξενωμένων».
Ιδού, ένα τέτοιο μέρος είναι η «Νέα Τουρκία». Ταλανίζεται από ένα καινοφανές είδος αντιδημοκρατικότητας και βρίσκεται διχασμένη βαθύτερα από κάθε άλλη φορά.




