Μία παράσταση του Φόλκερ Λούντβιχ από τον ΘΟΚ σε σκηνοθεσία Βασίλη Κουκαλάνι
Μια γιορτή στου Αλ-Νουρί
Αλληγορικά το μήνυμα του έργου συνοψίζεται στο γεγονός ότι το μέλλον ενός καινούργιου κόσμου επαφίεται στη νέα γενιά, η οποία καλείται να δώσει ευφάνταστες και δημιουργικές λύσεις στα ενυπάρχοντα προβλήματα, που ταλανίζουν την ανθρωπότητα
ΣΤΟΝ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟ
μιας τέτοιας εμφατικής απλότητας, αλλά και παιδαγωγικής πρόκλησης λειτούργησε η σκηνοθεσία μαζί με όλους τους συντελεστές της παράστασης
Θεατροκρισία: Χρυσόθεμις Χατζηπαναγή
Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου (ΘΟΚ) άνοιξε πρόσφατα τις πύλες του στο κοινό, προκειμένου να παρακολουθήσει δωρεάν την ανοιχτή-δοκιμαστική παράσταση της ανατρεπτικής κωμωδίας για παιδιά και ενήλικες του Γερμανού Φόλκερ Λούντβιχ «Μια γιορτή στου Αλ-Νουρί», που παρουσιάστηκε με επιτυχία πριν από δύο χρόνια. Στόχος της ανοιχτής πρόσκλησης ήταν η πρόκληση συζήτησης μετά το πέρας της παράστασης ανάμεσα στους θεατές, στον σκηνοθέτη και τους έξι ηθοποιούς γύρω από τον ρατσισμό, που συνιστά το κεντρικό θέμα του έργου, όπως και η σφυγμομέτρηση, προφανώς, των αντιδράσεων σε μικρογραφία της «κοινής» γνώμης, προτού ταξιδέψει στο Στρασβούργο και δοθεί στις αρχές Απριλίου σε επτά υπερτιτλισμένες παραστάσεις για σχολεία, κυρίως, στο πλαίσιο του πολιτιστικού προγράμματος της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Στο έργο, γραμμένο το 1973 υπό τον τίτλο «Μια γιορτή στου Παπαδάκη», η οικογένεια των μεταναστών είναι ελληνική, ενώ στην κυπριακή εκδοχή του οι μετανάστες εκπροσωπούνται από μιαν οικογένεια Σύρων προσφύγων, που θα μπορούσαν κατά συνεκδοχική προέκταση να είναι οι οποιοιδήποτε οικονομικοί μετανάστες από οποιαδήποτε ασιατική χώρα προέλευσης συρρέουν στον τόπο μας, όπως η Αμπίρα τού εν λόγω έργου με καταγωγή από το Πακιστάν.
Το εισαγωγικό σημείωμα
Στο εισαγωγικό σημείωμα του προγράμματος της προγενέστερης παράστασης ο συγγραφέας, επισημαίνοντας τη διαχρονική επικαιρότητα του έργου του, στηλιτεύει το φυλετικό μίσος και σαρκάζει τις προκαταλήψεις της ξενοφοβίας. Φαινόμενα που επαναλαμβάνονται, κατά τον ίδιο, από τη δική του χώρα σε προηγούμενα χρόνια στους σημερινούς καιρούς των δικών μας τόπων, ήτοι στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Επί λέξει σημειώνει: «Σήμερα οι Έλληνες και οι Κύπριοι, απ’ την πλευρά τους, αισθάνονται να απειλούνται από τους πρόσφυγες και έχουνε πάρει τον ρόλο των Γερμανών σ’ αυτό το έργο». Θα συμφωνούσα από τη μια με τη γενική αποτίμηση τού συγγραφέως για την εξάλειψη ρατσιστικών εχθρικών αισθημάτων και απάνθρωπων συμπεριφορών προς αλλοδαπούς συνανθρώπους μας, που επιτείνουν ένθεν και ένθεν σε ένα φαύλο κύκλο τις απειλητικές φοβίες και τις επιθετικές διαθέσεις απρόσμενων συνεπειών και που δεν συνάδουν, εξάλλου, με τα ήθη της ελληνοχριστιανικής μας παράδοσης, εφόσον εξειδικεύει το θέμα στον χώρο της δικής μας εντοπιότητας.
Μία διαφωνία
Και γι’ αυτό ακριβώς θα διαφωνούσα από την άλλη, επειδή η Κύπρος και η Ελλάδα, αν και δεν «φημίζονται» για ακραίο ρατσισμό, όπως άλλες ευρωπαϊκές χώρες αποδεδειγμένα σήμερα, -απεναντίας καταγράφουν ανθρωπιστικά παραδείγματα αλληλεγγύης και αλτρουισμού προς τους πρόσφυγες- ωστόσο, κάτω από το βάρος των δικών τους προβλημάτων δικαιολογούνται κάποιοι εύλογοι φόβοι τους από την ανεξέλεγκτη πλημμυρίδα των μεταναστευτικών κυμάτων. Αν εξαιρέσουμε τα φοβικά αντανακλαστικά από τα αλλεπάλληλα τρομοκρατικά κτυπήματα φανατικών ισλαμιστικών στοιχείων, ενδημικών ή και εισαγόμενων, η Ελλάδα της συνεχιζόμενης κρίσης και η Κύπρος της τουρκικής κατοχής, που δεν είναι του οικονομικού μεγέθους ή του γεωγραφικού εύρους της Γερμανίας, δεν σημαίνει ότι από φοβικά σύνδρομα παρουσιάζονται επιφυλακτικές απέναντι στη μαζική μεταναστευτική επέλαση. Αν κάποιες εμπαθείς εξτρεμιστικές ομάδες πυροδοτούν μεμονωμένα τη ρητορική του μίσους, δεν μπορεί να αμαυρωθεί η εικόνα της αλληλέγγυας και φιλόξενης, εν προκειμένω, κυπριακής κοινωνίας απέναντι στους μετανάστες, πόσο μάλλον, και λόγω ενσυναίσθησης στην προσφυγιά, απέναντι στους αναξιοπαθούντες Σύρους. Επομένως, κατά ισοπεδωτική και αποδομητική υπερβολήν ακούστηκαν κάποιες ατάκες στο έργο, δυσφημιστικές για τη συντριπτική πλειοψηφία των Κυπρίων ότι είναι δήθεν κακοί και πως τα παιδιά των μεταναστών δεν τυγχάνουν αποδοχής στα σχολεία μας.
Παρασύρθηκα, ωστόσο, πλατειάζοντας σε ανταπάντηση εξισωτικών υπεραπλουστεύσεων. Άλλωστε, οι χωροχρονικές συντεταγμένες, μέσα στις οποίες διαδραματίζεται η υπόθεση του έργου, δεν μπορούν απολύτως να ιδωθούν υπό το πρίσμα της σημερινής υπαρκτής πραγματικότητας· αν και τα οποιαδήποτε κοινωνικοπολιτικά ή οικονομικά προβλήματα, που επισωρεύει ο σημερινός μεταναστευτισμός, δεν αλλοιώνουν τα ανθρωπιστικά μηνύματα και τις οικουμενικές αξίες που μεταδίδει στη διαχρονία του το συγκεκριμένο θεατρικό κείμενο.
Απευθύνεται πρωτίστως για παιδιά
Ένα έργο, που πρωτίστως απευθύνεται στα παιδιά, στοχεύοντας στην ψυχαγωγική τους παιδαγωγία για την ανα-μόρφωση ενός συνανθρώπινου πολιτισμού σε έναν ειρηνόφιλο κόσμο. Εφόσον, «εκ παιδείας άρξασθαι» και «την δε προς αρετήν εκ παίδων παιδείαν» (η παιδεία της ενάρετης διαπαιδαγώγησης πρέπει να αρχίζει από τα παιδικά χρόνια), σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η διαδραστική θεατρική παιδεία, όπως την έχει προτείνει ο σκηνοθέτης τού έργου Βασίλης Κουκαλάνι, δημιουργεί τις προϋποθέσεις άμεσης συμμετοχής των παιδιών στα σημερινά προβλήματα μέσα από τις βιωματικές τους εμπειρίες, εκμαιεύοντας τις δυνατότητες της κριτικής τους αντιμετώπισης. Ενδεικτικά, στο εισαγωγικό του σημείωμα ο Κουκαλάνι μεταξύ άλλων αναφέρει: «Χρειάζεται να δημιουργείται μια ουσιαστική και ρεαλιστική επικοινωνιακή εγγύτητα μεταξύ σκηνής και πλατείας, ώστε να ισχυροποιείται έτσι η συλλογική θεατρική εμπειρία: το παιδικό-νεανικό κοινό δεν παρακολουθεί απλώς ένα δρώμενο, που εκτελείται από τους ερμηνευτές, αλλά αναγνωρίζει και αισθάνεται συνανθρώπους».
Η πλοκή
Αν στο έργο «Ξένοι» του Καταλανού Σέρτζι Μπελμπέλ, που έγραψε το 2003 και ανεβάστηκε στην Αθήνα πέρσι τέτοιον καιρό από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, το κεντρικό θέμα και η προβληματική του ταυτίζονται με αυτό του Λούντβιχ, η διαφορά έγκειται στον σκηνικό χώρο και στον χρόνο εκτύλιξης των δρώμενων. Οι αντιδράσεις μιας ελληνικής οικογένειας για τους εναλλασσόμενους «ενοχλητικούς ξένους» τού επάνω διαμερίσματος στη διαδοχή των χρόνων, επαναλαμβάνονται εδώ σε σχήμα λιτής πλοκής σε μιαν κατασκηνωτική παραλία από τον Κύπριο πατέρα με τα δυο παιδιά του, επειδή ένας «ξένος» με τον γιο του καταλαμβάνουν τον χώρο, όπου έστηναν τα προηγούμενα καλοκαίρια τη σκηνή τους. Όσον αφορά στο φτωχό δωδεκάχρονο κορίτσι από το Πακιστάν, που καθαρίζει την παραλία, τυγχάνει υποτιμητικής εκμετάλλευσης από τον γιο τού μετανάστη, καταδεικνύοντας σε μιαν παράλληλη οπτική τούς μεταξύ των ανθρώπων όμοιους τρόπους πρόσληψης της διαφορετικότητας.
Εντούτοις, την τελική λύση στην καχυποψία της ανασφάλειας και στην εχθρότητα της απόρριψης θα τη δώσουν μόνο τα παιδιά, εφευρίσκοντας έξω από στερεότυπα και ιδεοληψίες τρόπους συμφιλίωσης και αλληλοαποδοχής. Αλληγορικά έτσι το μήνυμα του έργου συνοψίζεται στο γεγονός ότι το μέλλον ενός καινούργιου κόσμου επαφίεται στη νέα γενιά, η οποία καλείται να δώσει ευφάνταστες και δημιουργικές λύσεις στα ενυπάρχοντα προβλήματα, που ταλανίζουν την ανθρωπότητα.
Στον συμβολισμό μιας τέτοιας εμφατικής απλότητας, αλλά και παιδαγωγικής πρόκλησης λειτούργησε η σκηνοθεσία μαζί με όλους τους συντελεστές της παράστασης. Με τους νεαρούς ηθοποιούς μας Φώτη Γεωργίδη, Μιχάλη Σοφοκλέους, Ανδρέα Παπαμιχαλόπουλο, Πηνελόπη Βασιλείου, Τζούλιο Φιλίππο Ντ’ Ερρίκο και Άντρια Ζένιου να παίζουν με μπρίο ζωντανής μεταδοτικότητας, βιώνοντας ερμηνευτικά το κάθε στιγμιότυπο του ρόλου τους.
1ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ





