Στον Θεατρικό Πολυχώρο Εστία σε σκηνοθεσία Άγι Παΐκου

«Οι Δακτυλογράφοι» του Μάρεϊ Σίσγκαλ

Η υπόθεση συνοψίζεται γύρω από τη ζωή και το εργασιακό περιβάλλον δύο δακτυλογράφων, μιας γυναίκας και ενός άντρα, τα επαγγελματικά όνειρα και τις προσδοκίες της αυτοπραγμάτωσής τους

ΜΕ ΤΟ ΜΕΤΡΟ
και τον παλμό μιας αισθαντικής επικοινωνιακής παράστασης, καταγράφουν ακόμη μιαν επιτυχία

ΘΕΑΤΡΟΚΡΙΣΙΑ: ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ

Αν τα σύντομα αλλά περιεκτικά και μακρόπνοα σε νόημα διηγήματα ασκούν τη γοητεία της δημιουργικής προέκτασης σε όσα απέριττα εκφέρονται ή σιωπηλά υπονοούνται, πόσω μάλλον τα ανάλογης τεχνικής και διαχρονικής παρουσίας θεατρικά έργα, όταν μάλιστα ζωντανεύουν αυθεντικά επί σκηνής δρώμενα. Μιας τέτοιας άρτιας και αυτοτελούς δομής, μη πολυπρόσωπης και πολύπλοκης φόρμας, ήταν «Οι Δακτυλογράφοι» του Αμερικανού συγγραφέως Μάρεϊ Σίσγκαλ, που πολιτογραφούν το είδος τους στο νεότερο κλασικό δραματολόγιο και που χαρήκαμε στον θεατρικό πολυχώρο Εστία. Τη φιλόξενη μικρή σκηνή, συνώνυμη πλέον με αριστουργηματικά έργα παγκόσμιου βεληνεκούς, ανεβασμένα με τον αξιέπαινο ζήλο της ποιοτικής σκηνοθεσίας και της επιδέξιας προσαρμογής στις διαστάσεις του σκηνικού της χώρου. Καθώς, σε υπερθετικό βαθμό το τονίζουμε ακόμη μια φορά, ο σκηνοθέτης Άγις Παΐκος ως μελετημένος θεατροδίφης δεν ξεθάβει απλώς τα παλιά και άγνωστα θεατρικά για το μέσο θεατρόφιλο κοινό, αλλά, χωρίς να τα εκσυγχρονίζει με παρακινδυνευμένους ακροβατισμούς, αναβιώνει την ατμόσφαιρα της εποχής τους, αποτυπώνοντας ανάγλυφη τη δυναμική της διατοπικής τους διαχρονίας.

Γιατί το επέλεξε
Για την επιλογή του συγκεκριμένου έργου, όπως ο σκηνοθέτης μάς εξομολογείται στο πρόγραμμα της παράστασης, είχε και έναν πρόσθετο λόγο να το επαναφέρει από τη μικρή οθόνη, πρωτοανεβάζοντάς το στο δικό του θεατρικό σανίδι: «…είχα πρωτοδεί τους “Δακτυλογράφους” σε μια τηλεοπτική παραγωγή του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου πριν από αρκετά χρόνια. Κράτησα μια ευχάριστη ανάμνηση από τη μαυρόασπρη αυτή άρτια παραγωγή, στην οποία πρωταγωνιστούσαν δύο ηθοποιοί, που είχαν σφραγίσει το θεατρικό και τηλεοπτικό τοπίο της εποχής: η Τζένη Γαϊτανοπούλου και ο Θάνος Πεττεμερίδης». Ήταν πράγματι οι αγαπημένοι ταλαντούχοι ηθοποιοί, που ενσάρκωσαν τα δύο πρόσωπα της ψυχογραφικής αυτής μονόπρακτης σάτιρας, υπό την έννοια του κοινωνικού προβληματισμού και της πικρής ειρωνείας, σε εναλλασσόμενες σκηνές πολυθεματικής συνοχής και αδιάσπαστης χρονικής ροής.

Η υπόθεση
Σημειολογικά η υπόθεση συνοψίζεται γύρω από τη ζωή και το εργασιακό περιβάλλον δύο δακτυλογράφων, μιας γυναίκας και ενός άντρα, τα επαγγελματικά όνειρα και τις προσδοκίες της αυτοπραγμάτωσής τους, σε αντίθεση με τα σκληρά βιοποριστικά αδιέξοδα, τις συναισθηματικές ανάγκες, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τις οικογενειακές τους δεσμεύσεις. Εκείνος παντρεμένος με παιδιά, εκείνη γεροντοκόρη, όπως θα τη χαρακτήριζε η δεκαετία του ’60, με μια χήρα μάνα, που πρέπει να συντρέξει. Συγκεκριμένα, ο Πωλ Κάνινγκχαμ, όταν εργοδοτείται σε κάποιον οίκο ταχυδρομικών παραγγελιών, για να δακτυλογραφεί ταχυδρομικά δελτάρια, τονίζει στην προϊσταμένη του δακτυλογράφο Σύλβια Πέυτον ότι προσωρινά μόνο αναλαμβάνει την εργασία, εφόσον με την αποπεράτωση των βραδινών νομικών του σπουδών προσβλέπει ότι σύντομα θα προσληφθεί στο γραφείο του δικηγόρου θείου του. Η διάψευση όμως στα μελλοντικά του σχέδια δεν αργεί να έλθει, όπως και ο ψυχαναγκαστικός συμβιβασμός απέναντι σε μιαν ανεπιθύμητη εργασία και τις υπαμειβόμενες απαιτήσεις ενός «αόρατου» εργοδότη. Έτσι, μένοντας κολλημένοι μπροστά στις γραφομηχανές τους οι δυο δακτυλογράφοι αφήνουν συνειδητά ή ανεπαίσθητα τον αδυσώπητο χρόνο να τους ξεπερνά, μεγαλώνοντας και γερνώντας μαζί· ενώ οι στενές συναδελφικές τους σχέσεις περνούν από διάφορες φάσεις και ψυχολογικές μεταπτώσεις της ίδιας ανθρώπινης ιστορίας: από το ξέσπασμα αρχικά του θυμού και της ανασφάλειας στις τρυφερές εκδηλώσεις της ερωτικής συμπάθειας και της ζηλοτυπίας, έως τη συμφιλίωση, τη συναδελφική πλέον εξοικείωση της συνήθειας και τη μοιραία αποδοχή του αναπόδραστου εγκλωβισμού τους στη ρουτίνα της καθημερινότητας.

Πόσο διαφέρουν με σήμερα;
Πόσο, ωστόσο, διαφέρουν οι υπό την ως άνω περιγραφή καταστάσεις από τις σημερινές με την απόσταση μισού και πλέον αιώνος; Η διαφορά έγκειται μόνο στα άψυχα τεχνικά μέσα-εργαλεία της δουλειάς με την αντικατάσταση της γραφομηχανής από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, που αν φαινομενικά διευκολύνει τους μηχανισμούς της απρόσωπης βιοπάλης, τα γρανάζια της ανιαρής και αντιδημιουργικής επαναλαμβανόμενης τροχιάς της παραμένουν αναλλοίωτα. Έτσι όπως αντανακλάται στο έργο το μηχανικό άκουσμα των πλήκτρων της γραφομηχανής και η συλλαβιστή εκφώνηση των ονοματεπωνύμων και των διευθύνσεων στα ταχυδρομικά δελτάρια. Και έτσι όπως υπαγορεύει το μουντό ασφυκτικό γραφείο, που καθηλώνει πλάι-πλάι τους δύο δακτυλογράφους μέσα από τον υποβλητικό φωτισμό του Σάββα Προδρόμου και την ενδεδειγμένη σκηνογραφία της Μαρίζας Παρτζίλη, η οποία και ενδυματολογικά με την αλλεπάλληλη αλλαγή κουστουμιών αισθητοποίησε τη διάσταση του δραματικού χρόνου. Ιδιαίτερος, όμως, έπαινος αξίζει στους δύο ηθοποιούς, που γέμισαν τη σκηνή με τους ζωηρούς διαλόγους, την εκφραστικότητα στην κίνηση και τις εύγλωττες χειρονομίες, κρατώντας προσηλωμένο το ενδιαφέρον των θεατών· καθώς με σκηνοθετική αμεσότητα μάς μετέφεραν τις πιο δυνατές στιγμές του έργου, εμπνευσμένες από τις βιωματικές εμπειρίες του συγγραφέως, ως υπαλλήλου αρχικά σε ταχυδρομικό κατάστημα. Τον Πωλ Κάνινγκαμ απέδωσε σε ικανοποιητικό βαθμό ο Γιώργος Χατζηκυριάκος, και τη Σύλβια Πέυτον ερμήνευσε με ανεπιτήδευτη πειστικότητα η Νάντια Χαραλάμπους.
«Οι Δακτυλογράφοι», με το μέτρο και τον παλμό μιας αισθαντικής επικοινωνιακής παράστασης, καταγράφουν ακόμη μιαν επιτυχία στην ιστορία του πολυχώρου Εστία και του ιδρυτή της, του καταξιωμένου σκηνοθέτη Άγι Παΐκου.