Η Τράπεζα Κύπρου στο LSE

“But we have to ask ourselves what is the main purpose of the stock market? It’s supposed to be a source of capital for growing business”.
Mark Cuban - Billionaire Investor, Author, Philanthropist
Γιάννης Τελώνης,
Σύμβουλος Στρατηγικής

Η απόφαση της Τράπεζας Κύπρου για ένταξη στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου έχει πλέον υλοποιηθεί. Η μεγαλύτερη Τράπεζα του τόπου, το «Κοινόν Κυπρίων», αναζητεί πλέον τα κεφάλαια που χρειάζεται εκτός του κυπριακού και ελληνικού οικονομικού χώρου.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να αντιληφθούμε είναι η αναγκαιότητα της κίνησης αυτής. Και αυτή η αναγκαιότητα υπαγορεύεται σ’ έναν παράγοντα: κεφάλαιο.
Η ανάγκη διατήρησης κεφαλαίων καλύπτει με τη σειρά της δυο άξονες: τις απαιτήσεις των εποπτικών αρχών για διατήρηση επαρκών κεφαλαίων - ώστε να καλύπτονται οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι τράπεζες - και την ανάγκη για προσέλκυση νέων κεφαλαίων - που θα στηρίξουν την ανάπτυξη της Τράπεζας.
Αναζήτηση κεφαλαίων
Για έναν οργανισμό του μεγέθους της Τράπεζας Κύπρου η αναζήτηση κεφαλαίων γίνεται συνήθως μέσω του χρηματιστηρίου. Και η επιλογή της ένταξης στο Χρηματιστηρίου του Λονδίνου (LSE) και του ΧΑΚ εξυπηρετεί διπλό σκοπό. Όπως σημειώνει και Mark Cuban, ένας επιτυχημένος επενδυτής: «O κύριος λόγος της ύπαρξης ενός χρηματιστηρίου είναι η παροχή κεφαλαίων για ανάπτυξη. Εκεί όπου ένα χρηματιστήριο δεν μπορεί να επιτελέσει αυτή τη λειτουργία δημιουργείται πρόβλημα».
Ξέρουμε όλοι τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στην Κύπρο και Ελλάδα. Συνθήκες που έχουν καθηλώσει τις χρηματιστηριακές αγορές και στις δυο χώρες. Η επιλογή της ένταξης της μετοχής της Τράπεζας στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου (LSE) είναι η λογική απόρροια της αδυναμίας αυτής. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το ότι η Τράπεζα επέλεξε την παράλληλη παραμονή της και στο ΧΑΚ. Αυτό σημαίνει παραμονή στα χρηματιστήρια δυο χωρών στις οποίες δραστηριοποιείται.
Θα μπορούσε όμως η κίνηση αυτή να ερμηνευθεί ως προπομπός της οριστικής απώλειας του ελέγχου της μεγαλύτερη τράπεζας στην Κύπρο από τους Κύπριους, με όλους τους δυνητικούς κινδύνους που αυτό εξυπακούει για μια ημικατεχόμενη Κύπρο; Μια προσεκτική αποτίμηση των δεδομένων μπορεί να προσφέρει απαντήσεις.
Οι μικροί και οι μεγάλοι
Το πρώτο δεδομένο είναι η συνεχής προσπάθεια της Τράπεζας για εξυγίανση και η απόσταση που έχει διανύσει. Η Τράπεζα έχει καταφέρει να αφομοιώσει τις εργασίες της πρώην Λαϊκής, να κλείσει τα προβλήματα από την ατυχή επέκταση στις ανατολικές χώρες και να αποπληρώσει το ELA. Το μεγάλο βαρίδιο των ΜΕΔ εξακολουθεί να παραμένει, και κατά την εκτίμησή μου, δεν θα βρει λύση στο προβλεπτό μέλλον, εκτός κι αν υπάρξει αντιμετώπιση του σε εθνικό επίπεδο. Αυτό έχει μεν αντίκτυπο στην αποτίμηση της Τράπεζας, αλλά είναι στοιχείο γνωστό στους επενδυτές και είναι ήδη ενσωματωμένο στην τιμή της μετοχής. Επομένως, η όποια πρόοδος στο θέμα αυτό θα έχει θετικό αντίκτυπο στη μετοχή.
Το δεύτερο σημαντικό πλεονέκτημα που θα φέρει η ένταξη στο LSE είναι η ευχέρεια προς τους επενδυτές που παρέχει το μεγάλο βάθος και η ρευστότητά του. Αυτό θα βοηθήσει τόσο τους Κύπριους όσο και τους ξένους υφιστάμενους μετόχους να προσαρμόζουν τις θέσεις τους ανάλογα με τις δικές τους συνθήκες. Αυτό θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμό για τους μικρότερους επενδυτές, καθώς το μεγαλύτερο βάθος της αγοράς θα μπορεί δυνητικά να προστατεύσει από μεγάλες διακυμάνσεις στην τιμή λόγω μικρών πράξεων και να προσφέρει απεγκλωβισμό.
Επιπρόσθετα, οι σημερινοί μεγάλοι μέτοχοι/επενδυτές θα μπορούν σταδιακά να μειώσουν τις θέσεις τους επιφέροντας μεγαλύτερη διασπορά του μετοχικού κεφαλαίου που, από μόνο του, αποτελεί ασπίδα προστασίας για την Τράπεζα. Ένα άλλο σημαντικό πλεονέκτημα είναι και η αυστηρή διαφάνεια, το υψηλό επίπεδο εταιρικής διακυβέρνησης και οι αυστηροί κανόνες λειτουργίας που διέπουν την παρουσία στο LSE, στοιχεία αποτρεπτικά για συγκεκαλυμμένη κίνηση ελέγχου της Τράπεζας.
Τέλος, η ένταξη στο LSE θα βοηθήσει την Τράπεζα να προσελκύσει νέα κεφάλαια, όταν αυτό κριθεί αναγκαίο, τα οποία και θα διοχετευθούν για την υποστήριξη των εργασιών της. Με τον κύριο όγκο των εργασιών στην Κύπρο η οικονομία του τόπου θα έχει το όφελος. Η συνεχιζόμενη παρουσία στο ΧΑΚ έχει επίσης τη σημασία της, καθώς διευκολύνει τις συναλλαγές από μικρούς κύπριους επενδυτές οι οποίοι, λόγω της διασύνδεσης της διαπραγμάτευσης με το LSE, θα έχουν μια πιο διαφανή τιμή στηρίζοντας έτσι και το τοπικό χρηματιστήριο σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η κίνηση της Τράπεζας μπορεί να προσφέρει - μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα - δυνητικά πλεονεκτήματα τόσο στην ίδια όσο και στην κυπριακή οικονομία.