ΚΡΙΤΙΚΗ
Οι τρεις ψηλές γυναίκες
Ο Μάριος Μεττής μετά τις επιτυχημένες σκηνοθετικές του δουλειές ‘Λαίδη Μάκμπεθ’, ‘39 Steps’ και ‘Μία μέρα όταν ήμασταν νέοι’ ανεβάζει το αριστουργηματικό έργο ‘Οι τρεις ψηλές γυναίκες’ του πρόσφατα αποθανόντος Αμερικανού θεατρικού συγγραφέα και δημιουργού του ‘Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ’, Έντουαρντ Άλμπι. Ένα έργο, το οποίο, με ρεαλισμό αλλά και χιούμορ, σου απαριθμεί όλες εκείνες τις ενδόμυχες σκέψεις και φοβίες σου για τη ζωή, τα γεράματα, τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις, τη μοναξιά, το θάνατο. Όλες εκείνες οι ανθρώπινες σκέψεις, ανησυχίες και προβληματισμοί συνοψίζονται μέσα από την παρουσία τριών διαφορετικών ηλικιακά γυναικών. Η γηραιότερη είναι 92, η μεσαίας ηλικίας 52 και η νεαρότερη 26 ετών. Τρεις διαφορετικές γυναίκες, μόνες σε ένα δωμάτιο, παρουσιάζουν τρεις ξεχωριστές οπτικές για τη ζωή, οι οποίες όλες καταλήγουν ουσιαστικά στο φόβο του θανάτου και την ανάγκη κατάκτησης της ευτυχίας. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να ξετυλίξει αυτό το κουβάρι της οπτικής του Άλμπι, με απλότητα, χωρίς φτιασίδια και σκηνοθετικές μανούβρες, δίνοντας έμφαση στον καυστικό λόγο του Άλμπι μέσα από μία παράσταση πέραν των 2.30 ωρών, που ουσιαστικά μας αναλύει περίτεχνα όλα εκείνα που σκέφτεσαι όταν ξαπλώνεις το βράδυ για να κοιμηθείς. Η έπαρση των 26 ετών που πιστεύεις πως η ζωή θα σου προσφέρει απλόχερα όλα όσα ονειρεύεσαι, η ανησυχία των 52 που σου προσφέρει μία οπτική της ζωής σου 360 μοιρών, όπως λέει και η ηρωίδα, και η απόλυτη σοφία και ωριμότητα των 92 όπου πια ο θάνατος αποτελεί την πιο ευτυχισμένη σου στιγμή.
Το καστ της παράστασης με τις Αννίτα Σαντοριναίου, Στέλα Φυρογένη και Νιόβη Χαραλάμπους είχε ανεβάσει πολύ ψηλά τον πήχη των προσδοκιών μου, όπως και το όνομα του Μάριου Μεττή και φυσικά το έργο του Άλμπι. Ο Μεττής κατάφερε να ‘εξημερώσει’ τρία θεατρικά θηρία, να κατευνάσει το θεατρικό ταμπεραμέντο της Αννίτας Σαντοριναίου μέσα στο πλαίσιο του λόγου του Άλμπι, να οδηγήσει τη Φυρογένη στη θεατρική εσωτερικότητά της και τη Χαραλάμπους να πειθαρχήσει σε ένα δύσκολο ρόλο που της άρμοζε απόλυτα. Τελειώνοντας, το έργο σού αφήνει μία γλυκόπικρη γεύση που σε κάνει να θέλεις να χωθείς και πάλι σε εκείνους τους φιλοσοφικούς στοχασμούς. Όμως, ο Μεττής δεν με άφησε να βουρκώσω από στενοχώρια και θλίψη σκεπτόμενος πως όλοι θα πεθάνουμε, αλλά με το τέλος το οποίο παρουσιάζει μού δίνει την επιλογή να σκεφτώ πως εγώ θα επιλέξω τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσω τη μετέπειτα ζωή μου, θα κυνηγήσω την ευτυχία μου, θα μιλήσω στον εαυτό μου. In my way…
Μιχάλης Χριστοδούλου
ΚΡΙΤΙΚΗ





