ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

ΤΙΤΛΟΣ
Τα δικαστήρια κινδυνεύουν να γονατίσουν από τα προβλήματα
ΥΠΟΤΙΤΛΟΣ
Τα δικαστήρια αφήνονται διαχρονικά σε δεύτερη μοίρα
ΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ
Οικονομολόγος-Νομικός
Στην παλιότερη ενεργή μου δράση ως δικηγόρος, κυκλοφορούσε άτυπα μεταξύ συναδέλφων ένα ανέκδοτο· Ένα νεαρός δικηγόρος, αρκετά ικανός, μπαίνει περήφανος στο γραφείο του «αφεντικού» του και, κρυφό-χαμογελώντας, λέει πως κατάφερε σε μια εβδομάδα να κλείσει τη μεγάλη υπόθεση που ταλάνιζε το γραφείο την τελευταία οκταετία. Φανερό το λάθος και κατανοητό, όταν απορημένος στο κατσούφιασμα των συνάδελφων και αρχαιότερων συνεταίρων, μαθαίνει το γιατί.
Η Έκθεση Ερωτοκρίτου, όπως είναι γνωστή η «Έκθεση ανώτατου δικαστηρίου για τις λειτουργικές ανάγκες των δικαστηρίων και για άλλα συναφή θέματα - Ιούνιος 2016 - Πρόεδρος Επιτροπής κ. Γεώργιος Ερωτοκρίτου Δικαστής Ανωτάτου Δικαστηρίου» αν και άκρως αποκαλυπτική και διαφωτιστική, εντούτοις δεν πήρε την ανάλογη δημοσιότητα που της αρμόζει και αυτό, εις -πρέπον- απορία και βάρος όλων, ανεξαρτήτως.
Η δικαστική εξουσία αποτελεί ένα από τα τρία οργανικά γρανάζια διακυβέρνησης του τόπου, όπου εάν ένα δεν λειτουργεί, το όλο σύστημα μένει πίσω κινδυνεύοντας με κατάρρευση· και λέξη προς λέξη, δανειζόμενος από την Έκθεση Ερωτοκρίτου, όπως επιβεβαίωσε και ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου «…η σημερινή κατάσταση με τις τόσες καθυστερήσεις που παρατηρούνται δεν μπορεί να αφεθεί να συνεχιστεί, διότι ενδέχεται το σύστημα σε κάποιο στάδιο να καταρρεύσει…»
Τελευταία θέση
Συγκλονιστικά και περαιτέρω εντός της έκθεσης, σκιαγραφείται ένα πραγματικά ζοφερό σκηνικό για την πραγματικότητα της απονομής δικαιοσύνης στην Κύπρο, όπου σε θέματα ταχύτητας απονομής δικαιοσύνης, η Κύπρος λαμβάνει την τελευταία θέση ενώ, με εξαίρεση το επίπεδο των δικαστών και της εμπιστοσύνης του κοινού προς το δικαστικό σύστημα, δεν χαίρει και πολύ καλύτερης μοίρας σε άλλα συναφή -με την έννοια της παραγωγικότητας- θέματα. Βεβαίως, όταν στην Κύπρο επενδύονται (διότι, ως οικονομολόγος δεν το θεωρώ δαπάνη) μόνο €25 ανά κάτοικο, ενώ σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο το ανάλογο ποσό διακυμαίνεται μεταξύ €160- €180, αρχίζει να φαίνεται η κορυφή του παγόβουνου.
Χαίρει εκτίμησης
Όπως ενημερώνει ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου το κυπριακό δικαστικό σύστημα χαίρει εμπιστοσύνης και εκτίμησης με πολλές έννοιες, δεν υπάρχει π.χ. θέμα διαφθοράς, μεροληψίας και άλλων σκοτεινών σεναρίων. Κατ’ ακρίβεια η Κύπρος με την ένταξή της στην ΕΕ είχε βαθμολογηθεί πάρα πολύ ψηλά σε αυτό τον τομέα, γεγονός που ευνόησε την ίδια την ένταξή της. Το κυπριακό νομικό σύστημα είναι καλά δομημένο από θέμα ποιότητας και αυτό που εκλείπει είναι οι πόροι, ώστε να ενσωματωθεί σ’ αυτό και η έννοια της παραγωγικότητας, συνθέτοντας έτσι μια λειτουργική ύπαρξη.
Η διασύνδεση της λειτουργικής δικαιοσύνης με την οικονομία είναι ένα αρκετά βασικό οικονομικό θέμα. Η επιστροφή επένδυσης είναι αρκετά ψηλή και θεωρείται γενικά ένα από τα παραγωγικότερα κομμάτια της οικονομίας, όπου βασική επίταξη για την καλή εφαρμογή οποιουδήποτε οικονομικού συστήματος είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου ελέγχονται οι προϋποθέσεις του. Χαρακτηριστικά, οι πρόνοιες και οι νομοθεσίες που εισάγονται κατά καιρούς στο κυπριακό νομικό σύστημα από την Ευρώπη, είναι απλά η νομοθετική θεσμοθέτηση της οικονομικής θεωρίας της «Βέλτιστης Νομισματικής Ένωσης». Καλή οικονομία και λειτουργική δικαιοσύνη είναι έννοιες άρρηκτα αλληλένδετες, με τη δεύτερη να είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πρώτης.
Εκδίκαση μέχρι και 10 χρόνια
Παραδόξως όμως, σύμφωνα με την Έκθεση Ερωτοκρίτου και τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, φαίνεται ότι «η Πολιτεία δεν ιεραρχεί ψηλά τα προβλήματα που ταλανίζουν τον χώρο των δικαστηρίων, με αποτέλεσμα τα δικαστήρια να αφήνονται διαχρονικά σε δεύτερη μοίρα». Αυτό συμβαίνει, παρά τις συνταγματικές πρόνοιες που θέλουν την κυβέρνηση να εξασφαλίζει όλους τους απαραιτήτους πόρους προς εύρυθμη λειτουργιά των δικαστηρίων και την συνδεόμενη έτσι, ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών σε αυτά. Διότι, ελεύθερη πρόσβαση σημαίνει, πραγματικά ελεύθερη, πράγμα που δεν μπορεί να υπάρξει όταν, όπως ενημερώνει ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μια υπόθεση μπορεί να πάρει μέχρι και πέντε χρόνια στο Επαρχιακό Δικαστήριο και ακόμα πέντε στο Εφετείο να ολοκληρωθεί. Μεταξύ άλλων, το κόστος είναι δυσβάστακτο και το όλο θέμα μπορεί να καταστεί πλέον άνευ σημασίας.
Το γιατί εμμένουμε μυωπικά ως κράτος σε ένα τόσο βασικό προβλήματα παραμένει άγνωστο, με το Ανώτατο Δικαστήριο να έχει ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας εν παρουσία του νυν υπουργού Οικονομικών - δίχως απ’ ό,τι φαίνεται να έχει απήχηση - να ιεραρχηθεί η δικαιοσύνη και η απονομή της ψηλότερα και να δοθούν οι απαραίτητοι πόροι ώστε να καταστούν παραγωγικά τα δικαστήρια. Χαρακτηριστικά, ενώ μία εκ των εισηγήσεων ήταν για διορισμό τριάντα δικαστών, δόθηκαν μόνο τέσσερεις θέσεις.
Να σημειώσουμε πως ακόμα και 30 δικαστές δεν είναι αρκετοί, με τον μέσο όρο στη Ευρώπη να είναι 20 Δικαστές ανά 100,000 και στην Κύπρο, αν υλοποιείτο η εισήγηση, ο νυν μέσος όρος θα μετακινείτο στους 15 από 12, πράγμα που ρεαλιστικά απέχει ακόμα πολύ από τον μέσο όρο.
Επιπλέον, για τους νεοεισερχόμενους δικαστές, οι όροι εργασίας τους έγιναν ακόμη δυσμενέστεροι, πράγμα που, όπως προειδοποιεί και ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, μπορεί και στο μέλλον να επηρεάσει και την ποιότητα των δικαστών που προσέρχονται σε αυτό τον τομέα εργασίας.
Στο απροχώρητο
Πέραν αυτού, φαίνεται πως από το 1989, όπου και οι εκθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αυξάνονταν ρυθμικά σε τόνο και ύφος, στοιβάζονταν τα προβλήματα, με την τωρινή κατάσταση να φθάνει στο απροχώρητο. Όπως επισημαίνει ο Πρόεδρος, λειτουργικά βρισκόμαστε σε πολύ άσχημα επίπεδα, και μεταξύ άλλων, τα κτήρια βρίσκονται σε κακή κατάσταση (με την Έκθεση Πική 1985 να έχει επισημάνει την ανάγκη για νέο κτήριο, που ποτέ δεν ικανοποιήθηκε) και να παρατηρείται έλλειψη στενογράφων και κλητήρων ενώ, σύμφωνα με την Έκθεση Ερωτοκρίτου, η εναλλαξιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, που εφαρμόζεται και στα δικαστήρια, αποστερεί πολύτιμα εκπαιδευμένο προσωπικό.
Τολμηρά μεν, ουσιαστικά δε, κατά την άποψη του Προέδρου του Ανωτάτου, χρειάζεται να επέλθει εργασιακός διαχωρισμός μεταξύ δημόσιας υπηρεσίας και δικαστηρίων ή, κατά την άποψή μου, έστω μια περαιτέρω αυτονόμηση των τελευταίων.
Είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό, πως εν καιρώ κρίσης και λόγο κρίσης και άλλων παραγόντων, ενώ υπάρχει σημαντική αύξηση των υποθέσεων, όχι μόνο δεν αυξήθηκε αναλόγως και η διαχειριστική δυνατότητα των δικαστηρίων, αλλά μάλλον φαίνεται να έχει μειωθεί. Η εμπιστοσύνη που υπάρχει ακόμα στο κυπριακό δικαστικό σύστημα, και αυτό φαίνεται και από τον όγκο των υποθέσεων, κινδυνεύει να χαθεί, αν αναλογιστούμε πως η αναλογία εισερχόμενων υποθέσεων είναι λίγο πιο πάνω από 80%, δηλαδή για κάθε 8 που εκδικάζονται, καταχωρούνται 10 νέες, οι οποίες και επαυξάνουν το όλο πρόβλημα.
Εναλλακτικές Μορφές Επίλυσης Διαφορών
Μια καλή λύση θα ήταν η χρήση Εναλλακτικών Μορφών Επίλυσης Διαφορών (ADR), όπως είναι η χρήση Διαιτησίας και άλλων, αλλά μάλλον, επί του παρόντος, φαίνεται να υπάρχει μια δυσπιστία προς το σύστημα αυτό με ακόμη και σχετικά απλές και μικρού ποσού υποθέσεις, να καταλήγουν αχρείαστα στο δικαστήριο.
Όπως επιβεβαιώνει και το Ανώτατο Δικαστήριο, υπάρχουν φυσικά και όλοι αυτοί που επωφελούνται από τις καθυστερήσεις, μεταξύ αυτών, διάδικοι και δικηγόροι. Αλλά το ποιοι συγκεκριμένα δεν μπορεί εύκολα να σκιαγραφηθεί.
Σημαντικό επίσης είναι να σημειώσουμε πως το 98% των υποθέσεων, τεκμαίρονται μέσα σε ένα χρόνο, αλλά το ποσοστό αυτό αφορά μόνο τις υποθέσεις όπου η δικαιοσύνη δρα επιβεβαιωτικά, δηλαδή εκεί όπου υπάρχει αντιδικία και εκεί όπου υπάρχει παραδοχή. Με αυτό υπόψη, είναι εφιαλτικό, αλλά ρεαλιστικό το σενάριο του τι θα γίνει αν, μελλοντικά, το ποσοστό αυτό αλλάξει -έστω και δυσμενέστερα κατά 1%- αφού αυτό θα αύξανε κατά το ήμισυ τον φόρτο εργασίας των ήδη επιβαρυμένων δικαστηρίων.
Συνδρομή του ΔΝΤ - ΕΕ
Επιπλέον, εν απουσία πράξεως υλοποίησης, η δικαστική εξουσία έχει στραφεί αναγκαστικά και σε μη εγχώριους οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και την ΕΕ, όπου και ζητήθηκε τεχνική βοήθεια μέσω πόρων των ιδίων των οργανισμών, σε θέματα όπως η καλύτερη διεύθυνση των δικαστηρίων, της μηχανογράφησης, της δικαστικής επιμόρφωσης και αναδιάρθρωσης θεσμών πολιτικής Δικονομίας. Αναγκαστικά έτσι, επέρχεται η ερώτηση: Πώς μπορεί κάποιος να ελπίζει να γίνει επενδυτικό κέντρο και κέντρο παροχής υψηλής ποιότητας υπηρεσιών (και επίλυσης διαφορών), δίχως να διευθετήσει πρώτα την εύρυθμη λειτουργία του δικαστικού μηχανισμού; Η ερώτηση, άκρως ρητορική, αλλά ακόμη άξια απορίας.
Τουλάχιστον, προωθείται ο περιορισμός του δικαιώματος της έφεσης σε μόνο καθοριστικές ενδιάμεσες αποφάσεις, αποφεύγοντας έτσι το πήγαινε έλα μεταξύ Πρωτόδικου Δικαστηρίου και Εφετείου σε θέματα που απλά θα σπαταλούσαν τον χρόνο του Δικαστηρίου, τόσο του Επαρχιακού, όσο και του Ανωτάτου.
Οι ευθύνες
Υπάρχουν και εσωτερικές ευθύνες του Δικαστηρίου, μα αυτές ωχριούν μπροστά στις ευθύνες που πρέπει να αναλάβει και να εκπληρώσει τόσο η Νομοθετική όσο και η Εκτελεστική Εξουσία. Το όλο θέμα, δεν μπορεί να αγνοηθεί πλέον. Δεν μπορεί να υπάρξει κράτος δικαίου εάν δεν κατανέμονται όλοι οι απαραίτητοι πόροι στον ίδιο τον μηχανισμό ο οποίος διασφαλίζει την ενσωμάτωση του κράτους με την έννοια της υψηλής κοινωνικής και οικονομικής απονομής δικαιοσύνης. Σπάνια ξέρουμε το τι πρέπει να κάνουμε, αλλά όταν το ξέρουμε και δεν το πράττουμε, αυτό αφήνει πολλά αναπάντητα «γιατί». Επειδή η δυστοκία και η επιβράδυνση στη δικαιοσύνη μπορεί να ωφελεί φαινομενικά αρκετούς, αλλά όχι τη δικαιοσύνη και την κοινωνία ως σύνολο. Και όποιος βλάπτει την κοινωνία, από τη στιγμή που είναι μέλος της, βλάπτει και τον εαυτό του.
Η συνέντευξη με τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μύρωνα Μ. Νικολάτο πραγματοποιήθηκε στην παρουσία των Ανωτάτων Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γεώργιου Ερωτοκρίτου και Αντώνη Λιάτσου.




