H ΒΙΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


Λουίζα Θεοφάνους - Ιωακείμ
B.Sc. (Hons), M.Sc.
Συμβουλευτική Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια
[email protected], 22 376950


Στο εργασιακό πλαίσιο, η πιο γνωστή μορφή βίας είναι η σεξουαλική παρενόχληση, που συμβαίνει συνήθως από προϊστάμενο άντρα προς υφιστάμενη γυναίκα, χωρίς να αποκλείονται άλλοι συνδυασμοί δράστη - θύματος.

Σε κάποιες περιπτώσεις ο δράστης επιτίθεται απροκάλυπτα στο θύμα, όπως συμβαίνει για παράδειγμα σε περιπτώσεις καλλιτέχνιδων που καταλήγουν θύματα σωματεμπορίου. Σε άλλες περιπτώσεις, η παρενόχληση μπορεί να αρχίσει με ήπια σωματικά ή λεκτικά πειράγματα και να κορυφωθεί σταδιακά. Το θύμα αισθάνεται συνήθως άβολα και προσπαθεί αρχικά να αρνηθεί ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα, μέχρι να εξαναγκαστεί συνήθως να υποκύψει ή να αντιδράσει.

Λιγότερο εμφανής, αλλά ίσως και συχνότερη, είναι η συναισθηματική - ηθική παρενόχληση στον χώρο εργασίας, που συνδέεται με κατάχρηση εξουσίας. Το άτομο που βρίσκεται σε θέση εξουσίας μπορεί να επιτίθεται φραστικά και να προσβάλλει τους υφισταμένους του, να χρησιμοποιεί κοροϊδευτικά και ειρωνικά σχόλια ή υπονοούμενα όταν απευθύνεται σε αυτούς.
Στις περιπτώσεις που η σχέση μεταξύ των εργαζομένων που εμπλέκονται στη βία είναι μόνο επαγγελματική και το θύμα δεν έχει ιδιαίτερες ψυχολογικές αδυναμίες ή δεσμούς με τον θύτη, ο οικονομικός παράγοντας χρησιμοποιείται για τον έλεγχο του θύματος και καθορίζει την έκβαση των γεγονότων.

Όσο δυσκολότερη είναι η εξεύρεση εργασίας με ανάλογους ή καλύτερους όρους, τόσο δυσκολότερο είναι και για το θύμα να αντιδράσει ή να παραιτηθεί. Σε αρκετές περιπτώσεις, όμως, υπάρχουν παράλληλα συναισθηματικές σχέσεις μεταξύ των εργαζομένων, όπως όταν αυτοί είναι συγγενείς ή φίλοι, οπόταν και περιπλέκονται τα πράγματα όσον αφορά στην εξήγηση και αντιμετώπιση του φαινομένου. Συναισθηματικά ευάλωτα άτομα αποτελούν συχνότερα στόχους κακομεταχείρισης, καθώς δυσκολεύονται να αμυνθούν.

Η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθησή τους μπορεί να είναι ήδη μειωμένες και να μειωθούν περισσότερο, ή να κλονιστούν εξαιτίας και μόνο της βίας στην οποία υπόκεινται. Τα θύματα μπορεί να μειώνουν τη σοβαρότητα της, να αναλαμβάνουν τα ίδια την ευθύνη για τη συμπεριφορά του δράστη, ακόμα και να υποκύπτουν.

Η βία ως φαινόμενο οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αυταρχική προσωπικότητα του δράστη, ο οποίος θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να εξουσιάζει τους άλλους. Διευκολύνεται, όμως, σε περιόδους ανεργίας, όταν υπάρχουν ασαφείς εργασιακές συνθήκες και ανοχή εκ μέρους των ανωτέρων και των υπολοίπων εργαζομένων που γίνονται μάρτυρες. Δεν πρόκειται συνήθως για παρεξήγηση, ή για εργασιακή διαφορά που θα επιλυθεί με διάλογο, καθώς το κύριο χαρακτηριστικό της βίας είναι η ανισότητα δυνάμεων μεταξύ δράστη και θύματος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η μόνη συνήθως λύση είναι η παραίτηση και η προσφυγή στη δικαιοσύνη. Υπομονή μπορεί να υπάρξει μόνο αν αναμένεται σύντομα αλλαγή, π.χ. ο προϊστάμενος αφυπηρετεί ή ο υφιστάμενος μπορεί να αλλάξει πόστο εργασίας. Σε περιπτώσεις όπου η παρενόχληση είναι ήπια, ο εργαζόμενος μπορεί να αποφύγει διακριτικά, να συζητήσει με ανωτέρους του θύτη ή και με τον ίδιο τη συμπεριφορά του, ώστε να καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να την ανεχθεί.

Ο φόβος για κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένης της απόλυσης, είναι συνήθως υπαρκτός και δικαιολογημένος, αν και μπορεί να μην επιβεβαιωθεί. Ταυτόχρονα και παράλληλα, το θύμα χρειάζεται ψυχολογική στήριξη από συναδέλφους, την οικογένεια του και ειδικούς σε κάποιες περιπτώσεις, για να μπορέσει να διαχειριστεί αποτελεσματικά την κατάσταση και να ξεπεράσει τις συνέπειες της.