Θεσμοφοριάζουσες **

Γουστόζικη η ιδέα του σκηνοθέτη Μηνά Τίγκιλη για τη μεταφορά της δράσης στη Λεμεσό. Βάζοντας κάτω την εύηχη μετάφραση του Κωστή Κολώτα, της πρόσθεσε περιστασιακά κυπριακά πειράγματα, συνήθεις αγγλικούρες, αλλά και το γαλλικό -βάλε και τους αγγλικούς και ρωσικούς υπέρτιτλους κι έχεις ήδη πολυγλωσσία μιας κοσμοπολίτικης Λεμεσού. Επιπλέον, χαρακτηριστικά η σκηνογραφία Λάκη Γενεθλή αναπαριστά ό,τι πιο αναγνωρίσιμο στους κατοίκους της, τη θάλασσα του μόλου.

Αναγνωρίσιμοι και οι ‘ρόλοι εκ Λεμεσού’ αλλά και οι ερμηνείες τους, με κάποιες καλές στιγμές, παρόλο που συνολικά η παραγωγή δεν καταφέρνει να συνεπάρει το κοινό με το χιούμορ της. Οι ρόλοι παραμένουν κλισέ καρικατούρες, με χονδροειδές χιούμορ, οι σχέσεις δεν μεταλλάσσονται, ο νεανικός χορός έχει μια γοητεία, ενεργητικότητα και τσαχπινιά αλλά είναι σκληρός, άπειρος και δεν εξελίσσεται. Παρόλα τα καλά στοιχεία, συνολικά η παράσταση έπασχε από αδύνατη, αδιευκρίνηστη στη λεπτομέρειά της σκηνοθεσία. Η μουσική του Δημήτρη Ζαχαρίου, που είναι από τα δυνατά της χαρτιά, πότε έδινε μια ευπρόσδεκτα σύγχρονη τζαζ εσάνς και πότε υποτονικές μελωδίες για χορό, χωρίς να αφήνει το έντονο στίγμα που θα μπορούσε. Τα κοστούμια του Λ. Γενεθλή, με τη φούστα με φλαμένγκο φραμπαλάδες πάνω από το σορτσάκι, παρέπεμπαν αόριστα σε κάτι παλιομοδίτικο, αλλά δύσκολα θα μοίριζαν κορίτσια παρθεναγωγίου του ’30, όπως ήταν η αναφορά του σκηνοθέτη. Όταν δε τις έβγαλαν, κάποιες από το χορό έδειχναν να ντρέπονται για τη ‘γύμνιά’ τους, και κάποιες ούτε που το έλαβαν υπόψιν, μέχρι που ξεχάστηκε. Αποτελεσματικό σκηνικό οι άσπρες πλατφόρμες, αλλά εντελώς απογοητευτικό το πανί σκηνικό, μια φωτογραφία/ζωγραφιά της θάλασσας με καραβάκια, να κρύβει όλα τα από πίσω. Τέτοια λιτότητα πια....

Ερμηνευτικά, το εν δυνάμει λειτουργικό δίδυμο, Κώστα Βήχα-Παναγιώτη Λάρκου, δεν έβγαζαν πάντα το χιούμορ των διαλόγων τους -πολύ τραχύς ο ένας, πολύ αδύναμη γελειότητα ο άλλος. Ούτε η grand-dame ο Αγάθων, ο ποιητής του Φίλιππου Σοφιανού, παρά την αρχική μεγαλειώδη είσοδο και το γαλλικό, δεν επεβλήθη στη σκηνή με ηλεκτρισμό και χιούμορ. Έμεινε αυτάρεσκος και αδρανής. Με μεγαλύτερη ροή η δεύτερη grand-dame, του ποιητή Κλεισθένη, του Ευτύχιου Πουλλαίδη. Δίπλα ο Θεράπων και όργανο της τάξης ο Μαρίνος Ρωμαίος Καλότυχος, έμοιαζε σαν καρικατούρα στυλιζαρισμένου παιξίματος άλλης κοπής. Από την άλλη η προεξάρουσα του χορού, Μέλανη Στέλιου έκανε δυνατή εισαγωγή, με ενδιαφέροντες τόνους σε ρόλο μετρέσσας-διευθύντριας-περίπου, αλλά η συνέχεια την βρίσκει σκηνοθετικά αμήχανη στην εξέλιξη του ρόλου και της δράσης της.