Εξέλιξη στην αγορά συναλλάγματος το 2016

Του Μιχάλη Φλωρεντιάδη*
Μέχρι στιγμής, το 2016 έχει επιφυλάξει αρκετές εκπλήξεις στους επενδυτές που ασχολούνται με τις αγορές συναλλάγματος. Για παράδειγμα, το ιαπωνικό γεν είναι από τους μεγαλύτερους κερδισμένους φέτος, παρόλο που η Τράπεζα της Ιαπωνίας μείωσε τον Ιανουάριο, για πρώτη φορά τα επιτόκια της κάτω από το μηδέν. Την υιοθέτηση όμως αρνητικών επιτοκίων στην Ιαπωνία ακολούθησε η άνοδος του γεν, λόγω της υποψίας ότι τα αρνητικά επιτόκια αποτελούσαν ένδειξη πως η Τράπεζα της Ιαπωνίας βρισκόταν κοντά στην εξάντληση των «πυρομαχικών», τα οποία έχει στη μάχη γι’ αναζωογόνηση της οικονομίας της χώρας και επίτευξη του στόχου στον πληθωρισμό της. Φαίνεται ακόμη ότι, η επέμβαση στην αγορά συναλλάγματος από τις ιαπωνικές Αρχές, ώστε να αδυνατίσει το γεν, είναι μια δύσκολη υπόθεση καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ) και οι υπόλοιπες των 7 ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών (G7) δεν συνηγορούν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Το Ευρώ

Αρκετά θετική ήταν και η απόδοση του ευρώ, παρά τα δυναμικά μέτρα που υιοθέτησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη συνεδρίασή της τον Μάρτιο. Η επέκταση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης σε εταιρικά ομόλογα και η περαιτέρω μείωση του επιτοκίου κατάθεσης, στο -0.4% από -0.3%, δεν πτόησε τους επενδυτές, οι οποίοι οδήγησαν το ευρώ σε ψηλότερα επίπεδα. Η οικονομία της Ευρωζώνης σημειώνει σχετικά ικανοποιητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, γύρω στο 1.5%-2%, αν και αντιμετωπίζει ουσιαστικές διαρθρωτικές προκλήσεις και προβλήματα πολιτικής φύσης.
Η στερλίνα πέρασε δύσκολες στιγμές τους πρώτους μήνες του 2016, καθώς το δημοψήφισμα για το εάν θα παρέμενε το Ηνωμένο Βασίλειο μέσα στην Ε.Ε. και το ενδεχόμενο η χώρα να αποχωρήσει από αυτήν, έχει βραχυπρόθεσμα αυξήσει την αβεβαιότητα σχετικά με τις οικονομικές προοπτικές της.
Σε σχέση με το δολάριο των ΗΠΑ, η απόφαση της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας (Federal Reserve) να μην αυξήσει το βασικό επιτόκιο -κατά τις πρώτες τρεις συνεδριάσεις της τον Ιανουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο- αποτέλεσε αρνητικό παράγοντα για τους επενδυτές που είχαν αγοράσει δολάρια, αναμένοντας αύξηση των επιτοκίων. Η διστακτικότητα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας γι’ αύξηση των επιτοκίων οφειλόταν σε αναταράξεις των διεθνών αγορών και στην ανησυχία ότι η παγκόσμια οικονομία και ειδικότερα η οικονομία της Κίνας (2η μεγαλύτερη οικονομία διεθνώς) επιβραδύνονταν και δεν θα μπορούσαν να αντέξουν ψηλότερα επιτόκια στις ΗΠΑ (1η μεγαλύτερη οικονομία διεθνώς). Αυτή η σχετική αδυναμία του δολαρίου βοήθησε επίσης τις κινεζικές Αρχές να συγκρατήσουν τις πιέσεις που δεχόταν το νόμισμα της χώρας, το γιουάν. Ωστόσο, η αμερικανική οικονομία φαίνεται ότι πετυχαίνει ικανοποιητικές επιδόσεις και θα πρέπει λογικά να αναμένονται περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων μέχρι το τέλος του έτους.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας, για αρκετά νομίσματα, ήταν οι έντονες διακυμάνσεις της τιμής του αργού πετρελαίου. Τα νομίσματα πετρελαιοπαραγωγών χωρών, όπως η Νορβηγία, η Ρωσία και ο Καναδάς, παρουσίασαν επίσης έντονες διακυμάνσεις επηρεαζόμενα από το πετρέλαιο.

Το πετρέλαιο
Η μεγάλη πτώση στις τιμές του πετρελαίου περιέπλεξε τις προσπάθειες ορισμένων κεντρικών τραπεζών να αποφύγουν τον αποπληθωρισμό και να διασφαλίσουν, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, την επίτευξη του στόχου τους για τον πληθωρισμό. Οι τιμές εμπορευμάτων γενικότερα -όχι μόνο του πετρελαίου- επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό και το δολάριο Αυστραλίας και το δολάριο Νέας Ζηλανδίας.
Κλείνοντας, φαίνεται ότι οι μελλοντικές εξελίξεις στις αγορές συναλλάγματος μεσοπρόθεσμα θα καθοριστούν από τις νομισματικές πολιτικές που θα ακολουθήσουν οι διάφορες κεντρικές τράπεζες. Με τις περισσότερες χώρες -είτε λόγω υπερβολικού χρέους είτε λόγω πολιτικών προβλημάτων- να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν μια δημοσιονομική πολιτική για να βοηθήσουν την οικονομία τους, η νομισματική πολιτική αναμένεται να παραμείνει στο προσκήνιο και να συνεχίσει να παίζει τον καθοριστικό ρόλο.
*CFA, Επικεφαλής οικονομολόγος, Διευθυντής έρευνας
XM.com