«Να κλέφτουμεν τη Δημοκρατία;»
ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΦΑΡΜΑΚΑ*
Τούτο τον καιρό που βομβαρδιζόμαστε με τα έργα και τις ημέρες των ευνοημένων παραγόντων του Κράτους μας, με τις μίζες τους -όζει η ατμόσφαιρα αλήθεια, αλλά δεν εκπλήττει- η κοστουμιά τους κοστουμιά, κι η γραβάτα γραβάτα τους, α, όχι και το σορτσάκι κι η φανέλα τους κατακόκκινη σαν το αίμα των παιδιών μας που χάθηκαν στο Πραξικόπημα -τι αγάπη Πατρίδας αλήθεια- και στη στα σίγουρα εισβολή θυμήθηκα τον μακαρισμένο πατέρα μου, υδραυλικό το επάγγελμα, που του είχε αναθέσει η Κυπριακή Δημοκρατία, που έκανε τότε τα πρώτα της βήματα, να κατασκευάσει σόμπες για τον νεοϊδρυμένο(1964;) στρατό μας. Ήταν τόσο χαρούμενος που η Δημοκρατία μας τον επέλεξε, τον εμπιστεύτηκε. Κι έτσι, άρχισε από στρατόπεδο σε στρατόπεδο, ακόμη και στις Κεντρικές Φυλακές, αν θυμάμαι καλά, να εγκαθιστά τις πρώτες σόμπες στις κουζίνες των στρατοπέδων. Τον βοηθούσε κι ένας νεαρός τεχνίτης, και δούλευαν από πολύ πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Έπρεπε να τελειώσουν πριν δεχτούν τους πρώτους στρατιώτες.
Κάθε Σάββατο έρχονταν σε μένα για να ετοιμάσουν τα τιμολόγια, τις αποδείξεις και δεν θυμάμαι τι άλλο, να τα βάλουμε στον φάκελο τεκμηριωμένα και να τα υποβάλει ο πατέρας μου Κυριάκος Φαρμακάς όπου έπρεπε για να πληρωθεί. Κι ο βοηθός του:
-Πε του κα Άννα να βάλει κάτι παραπάνω για τις τόσες ώρες που δουλεύουμε, αφού τις δουλεύουμε, φτωχά πλάσματα είμαστε...
Κι ο μακαρισμένος πατέρας μου:
-Να κλέφτουμε τη Δημοκρατία δηλαδή; Μην ξανατολμήσεις να το σκεφτείς, όι μόνον να το πεις.
«Να κλέφτουμεν τη Δημοκρατία...». Α, ρε πατέρα μας που όταν πέθανες γέμισε η εκκλησιά από κόσμο που εμείς δεν τους ξέραμε, μα που εκείνοι σε ήξεραν γιατί τα χέρια σου ήταν ανοιχτά να δώσουν, να ζεστάνουν, να στηρίξουν.
Και δοκίμασες και συ την πρόταση να μπεις στον πειρασμό να «λαδώσεις», όπως σού είπαν «για να γίνει η δουλειά σου», μα που με βδελυγμία απέρριψες και όχι μόνον, μα που ένιωσες ότι σε πρόσβαλαν με την τέτοια πρότασή τους...
Σε θυμόμαστε εμείς τα παιδιά σου ετούτο τον καιρό που το ένα σκάνδαλο διαδέχεται το άλλο κι οι «λαδωμένοι» παρελαύνουν με τουπέ και αναίδεια χωρίς ίχνος μετάνοιας ή συστολής, προσπαθώντας μάλιστα να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα.
Κι ας η μακαρισμένη μάνα μου έλεγε: «Φωνάζει ο κλέφτης να φοηθεί ο νοικοτζιύρης».
Ετούτοι ήταν οι γονιοί όλων μας που πάλεψαν έντιμα και δίκαια να στηρίξουν τις οικογένειές τους και να μεγαλώσουν παιδιά κι αγγόνια όταν βρίσκονταν και σ' αυτήν την ανάγκη.
Ας είναι ετούτη η αναφορά ένα μνημόσυνο για όλους τους γονιούς μας που «έφυγαν», αφήνοντας πίσω μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη: Την εντιμότητά τους και τον σεβασμό τους στους νόμους και την ηθική, όπως τα βρήκαν κι εκείνοι από τους δικούς τους γονιούς.
*Εκπαιδευτικός
1ΑΝΝΑ ΦΑΡΜΑΚΑ





