Κριτική
Πηνελόπη**
Θέατρο Σκάλα
Κάποια έργα… κάποια παραπάνω από άλλα, αν και περνούν το δραματουργικό τους μήνυμα, ρισκάρουν ταυτόχρονα και εξίσου, είτε να απογειωθούν ή να πατώσουν σύμφωνα με την εκάστοτε παραγωγή τους. Το έργο του νέου Ιρλανδού συγγραφέα Enda Welsh, που παρουσιάζει το θέατρο Σκάλα, ξεκινά με δυνατές δόσεις από ‘Godot’, αφού τέσσερις ανόμοιοι άνδρες φιλοσοφούν, ενώ λιώνουν περιμένοντας το μεγάλο γεγονός. Μιλάμε για μαύρη κωμωδία με γλώσσα που παίζει με τον εαυτό της με υπερβάλλοντα ζήλο. Έργο που θα μπορούσε να είναι αστείο, να εισάγει το κοινό σ’ αυτό τον παράλογο κόσμο των πέντε μεμψίμοιρων μνηστήρων με τέτοιο ύφος που να σε κρατά μέχρι τέλους. Κι αντίθετα, θα μπορούσε ακόμα να κουράζει, με τις λέξεις να βαραίνουν με αφόρητο στόμφο… Είναι που είναι μια περίεργη, σύγχρονη προσέγγιση στο μύθο της Πηνελόπιας εγκαρτέρησης του Οδυσσέα, με πρωταγωνιστές τους μνηστήρες! Δηλαδή τους πέντε που έχουν παραμείνει από τους τόσους όσους… και ακόμα διεκδικούν το όνειρο, την καρδιά της ωραίας βασίλισσας της Ιθάκης. Τους βρίσκουμε κατασκηνωμένους κακήν κακώς, εδώ και 20 χρόνια, στην άδεια πισίνα του ανακτόρου. Αποκαμωμένους και τσακισμένους ψυχικά, κάποιοι όμως με το αρσενικό ‘υπερβατικό’ bravado στο φουλ. Πίνουν, βρίζουν, παραδέρνουν με τις λερωμένες και σκισμένες ρόμπες τους και τα μαγιό τους, μεταξύ αναμονής, απραξίας κι αλληλοεξόντωσης. Τι τους κρατά ακόμα εκεί; Ποιες φιλοδοξίες, φρούδα όνειρα και κρυφά συναισθήματα τροφοδοτούν τις μίζερες αυτές ψυχές σε αυτό τον παραλογισμό... Για μια Πηνελόπη λοιπόν...
Η μεγάλη παραγωγή του έργου σε σκηνοθεσία Κλείτου Κλείτου ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του έργου προσπαθώντας να δώσει λύσεις, ένταση, και λάμψη αλλά δεν καταφέρνει να το απογειώσει σαν θέαμα και το παράλογο χιούμορ μένει ανεκμετάλλευτο, αν κρίνει κανείς από το λιγοστό γέλιο και τις αντιδράσεις του κοινού της πρεμιέρας. Οι άντρες ακούγονται φωνακλάδες, με συχνά εξωτερικές ερμηνείες και στυλιζαρισμένες μανιέρες. Δεν βοηθά και η μετάφραση της Δέσποινας Πυρκεττή που πέρα από τις ατέλειές της είχε μια τάση για μεγαλομανή έκφραση, στην προσπάθειά της να μεταδώσει τη φιλάρεσκη γλώσσα των εκκλήσεων προς την Πηνελόπη, που όμως προφορικά δεν ακούγεται τόσο εύληπτα. Εντύπωση προκάλεσε και η μετονομασία των μνηστήρων, από Quinn, Dunne, Burns & Fitz του συγγραφέα σε Ευρύμαχο, Αντίνοο, Αμφίνομο & Αγέλαο. Το υπερπλήρες σκηνικό του Λάκη Γενεθλή, αν και δημιουργεί αποτελεσματικά το εσωτερικό της πισίνας καθώς και των άνω δωμάτων της βασίλισσας, το γεμίζει παράλληλα με τόσο άταχτο σκουπίδι, που κουράζει και εικαστικά. Η μουσική του Χρήστου Ανδρέου συνοδευτική, χρησιμοποιείται αρκετά κινηματογραφικά, με κρεσέντο για να ανεβάσει την αγωνία και την ένταση, μυστηριακή για πιο κρυφό δράμα. Δραματουργικά και ερμηνευτικά έχει προβλήματα, όπως παρατονισμούς στη γλώσσα και τις εκφράσεις και γενικά η σκηνοθεσία δεν φανέρωσε ούτε γοήτευσε με την παιγνιώδη διάθεση του συγγραφέα και των ηρώων του.
Οι ερμηνευτές, ο καθένας κι ένα δείγμα αντρικής ψυχολογίας, είχαν τις διαφορές τους. Ο Αντίνοος του Σοφοκλή Κασκαούνια, έχει το μπόι και το στήσιμο του ωραίου, ματαιόδοξου με τα rayban της παρέας, παράλληλα όμως και αδυναμία στην έκφραση, με υπερβολική ένταση στη φωνή και την κίνηση. Αντίθετα, ο ώριμος Ανδρέας Μελέκης παριστά παθητικά τον άσχημο αλλά λόγιο Αγέλαο, με την Οδύσσεια του Ομήρου στο χέρι… Μεγαλύτερη σταθερότητα και νοήμονα ένταση βγάζει ο Ευρύμαχος του Γιάννη Κόκκινου, το πιο πολεμοχαρές αρσενικό, ενώ συμπαθητικός ήταν και ο Αμφίνομος του νεαρού Κωνσταντίνου Αλκιβιάδη, με την ευαίσθητη και προβληματισμένη του φύση να εκπλήσσει ευχάριστα στη μόνη αποκάλυψη πραγματικών συναισθημάτων και την παραδοχή της αναξιότητάς του. Η Πηνελόπη της Μόνικας Μελέκη, σιωπηλή και μυστηριώδης, κατέβηκε λίγο άτσαλα τη σκάλα για να κυριαρχήσει επάνω στα ματαιόδοξα αρσενικά που έπεσαν κυριολεκτικά στα πόδια της.
Κριτική





