Η «ΣΗΜΕΡΙΝΗ» ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΜΕΤΩΠΙΔΑ ΤΗΣ
Αυτή είναι η ιστορία μας
Πέντε δημοσιογράφοι σκιαγραφούν, σαράντα χρόνια μετά, τα πρώτα βήματα της εφημερίδας, την εξέλιξή της κι όλα εκείνα που της προσέδωσαν χαρακτήρα μέσα στον χρόνο
ΜΙΚΑΕΛΛΑ ΛΟΪΖΟΥ
Στο πανεπιστήμιο μάς δίδασκαν πως ο δημοσιογράφος συμπυκνώνει τα γεγονότα σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο, αποδίδοντάς τα ως ιστορίες. Πώς όμως συμπυκνώνεις γεγονότα σαράντα ετών σε ένα και μόνο αφήγημα; Πώς γράφεις ιστορία για μια ολόκληρη ιστορία; Πέντε παλιοί δημοσιογράφοι, πέντε δάσκαλοι της δημοσιογραφίας για εμάς τους νεότερους, το επιχείρησαν. Κι έγραψαν για τους δικούς τους δασκάλους. Για τα πρώτα εκείνα χρόνια, τα δύσκολα. Τότε που η «Σημερινή» δεν είχε χθες, παρά μόνο αύριο? αύριο που έγινε, τελικά, κληροδότημα για τις επόμενες γενιές και δημοσιογραφική σχολή για τον κυπριακό Τύπο.
Έγραψαν για εκείνην την απαράμιλλη, τη διαχρονική έλξη λίγων λέξεων του Ρήγα Φεραίου, που έμελλε να γίνει προμετωπίδα αλλά και βίωμα για αυτήν την εφημερίδα. Στα χρόνια της πένας και της πληγής. Στις εποχές μιας άλλης πολιτικής ηθικής, που η ανυπακοή στα κελεύσματα της εξουσίας συνιστούσε συνειδητή απόφαση στοχοποίησης και η εποικοδομητική κριτική ήταν ορολογία άγνωστη. Μέσα σε αυτό το επαναστατικό πνεύμα γεννήθηκε κι ανδρώθηκε η «Σημερινή». Επειδή μια χούφτα χαρισματικών ανθρώπων πίστεψαν πραγματικά πως «όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά» κι ας έχει κόστος και το μετέτρεψαν σε φάρο, φωτίζοντας τον δρόμο για τους επόμενους. Εκείνα τα πρώτα χρόνια, τη συνέχεια, μα και τη συνέπεια, περιέχουν αυτά τα αφηγήματα. Σαράντα χρόνια αναμνήσεις. Σαράντα χρόνια θάρρος. Σαράντα χρόνια αγώνας. Αυτή είναι η ιστορία μας.
Όποιος ελεύθερα συλλογάται… συλλογάται με κόστος!
ΣΑΒΒΑΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ
Η δημοσιογραφία δεν ασκείται με διακηρύξεις προθέσεων αλλά με σκληρή δουλειά, κατάθεση ψυχής και βαθύ σεβασμό στον πολίτη. Κυρίως, με την καθημερινή αυτοθυσία του δημοσιογράφου στον βωμό της αλήθειας, της ενημέρωσης και της υπεράσπισης των ευρύτερων συμφερόντων του τόπου. Η «Σημερινή» εκδόθηκε σε χαλεπούς καιρούς για την Κύπρο μας και σε δύσκολους χρόνους για τη δημοσιογραφία. Έφερε και προκάλεσε, όμως, μιαν επανάσταση στη σκέψη, στη νοοτροπία και στην αντίληψη της είδησης και της ανάλυσης ως του μέσου και του τρόπου για να κατανοήσει ο πολίτης το περιβάλλον του και τον κόσμο. Οι ιδρυτές της «Σημερινής» ήταν άνθρωποι ετοιμοπόλεμοι, επειδή ψήθηκαν για χρόνια στα μετερίζια της μάχιμης και της μαχητικής δημοσιογραφίας. Αποφάσισαν να εκδώσουν μιαν εφημερίδα που να είναι νέα στις ιδέες, καινοτόμος στη δημοσιογραφία και που να τολμά να λέγει τα πράγματα με το όνομά τους: Και προς τα πάνω, προς την εκάστοτε εξουσία, και προς τα κάτω, προς τους πολίτες.
Θυμάμαι ότι το πρώτο κύριο άρθρο της «Σημερινής», που εξηγούσε τους λόγους της έκδοσής της, στηριζόταν σε μια φράση. Ότι οι ιδρυτές της βούτηξαν τις πένες τους στο αίμα της καρδιάς τους για να απευθυνθούν και να μιλήσουν στους πολίτες γνήσια, έντιμα, ντόμπρα, ελεύθερα, με δύο «πιστεύω». Το ένα του Φεραίου: «Όποιος συλλογάται ελεύθερα, συλλογάται καλά». Και το άλλο, του Βολταίρου: «Διαφωνώ με όσα λες αλλά θα αγωνιστώ μέχρι θανάτου για να έχεις το δικαίωμα να τα λες».
Οι ιδρυτές της «Σημερινής» ήταν η καταξιωμένη και αναγνωρισμένη σοβαρή δημοσιογραφία, η έμπυρη και έμπειρη, στιβαρή γνώση και γνώμη. Εμείς, τότε νεαρότατοι ρεπόρτερ, ήμασταν η επαναστατημένη ομάδα που θέλαμε να κατακτήσουμε τις κορυφές και να αποδείξουμε ότι διαθέταμε τον δυναμισμό και τη θέληση να καταξιωθούμε. Η «Σημερινή» ήταν η άλλη έπαλξη στην κυπριακή δημοσιογραφία, η διαφορετική, βροντερή φωνή, η δυνατή ομάδα δημοσιογράφων που συντάραξαν με τη γραφίδα και τις αποκαλύψεις τους τα λιμνάζοντα και συχνά βορβορώδη και δυσώδη νερά του κομματικού, πολιτικού και δημοσιογραφικού κατεστημένου. Η «Σημερινή» ήταν καθημερινά στόχος της εκάστοτε εξουσίας και άλλων κέντρων αποφάσεων, επειδή ήταν… ενοχλητική, αποκαλυπτική, προκλητική στις θέσεις της αλλά διαυγής και εύτολμη στις απόψεις της.
Η «Σημερινή» δεν υπήρξε όργανο ουδενός, παρά μόνο των συντακτών της. Ήταν συνειδητή απόφαση όλων μας, επειδή θέλαμε να λειτουργήσουμε ως ελευθερόφρονες δημοσιογράφοι, μακριά από διαπλοκές, συναλλαγές, εξαρτήσεις και εκβιασμούς. Γι’ αυτό η «Σημερινή» και οι συντάκτες της πλήρωσαν κόστος. Αυτό ήταν το τίμημα της ελευθερίας έκφρασης, του σεβασμού προς τον πολίτη, του γνήσιου πατριωτισμού των δημοσιογράφων της, που δεν είχαν άλλη έγνοια πάρεξ την ελευθερία του τόπου από τον αττιλικό ζυγό και το βαρβαρικό άγος. Η «Σημερινή» και οι συντάκτες της σχεδόν καθημερινά μιλούσαν έντιμα σκληρά, κριτικά ή και επικριτικά προς τους εκάστοτε κρατούντες. Γι’ αυτό δεν ήταν αρεστοί. Είχαν, όμως, την υποστήριξη των πολιτών που θεωρούσαν τη «Σημερινή» ως την εφημερίδα τους, που τους εξέφραζε, τους εξηγούσε και τους ανέλυε τα γεγονότα και τα πρόσωπα χωρίς φόβο και χωρίς πάθος αλλά με μία έγνοια: τη σωτηρία και την ελευθερία της πατρίδας. Το αποδείξαμε σε όλους τους γύρους της ιστορίας του τόπου αυτά τα 40 χρόνια, το επιβεβαιώσαμε περίτρανα το 2004, το πιστοποιούμε καθημερινά, με απόλυτο σεβασμό στους ήρωες, στους θυσιασθέντες, στους νεκρούς και στους μαχητές της κυπριακής ελευθερίας.
Συγκινήσεις, προκλήσεις, γνώσεις, ανατροπές…
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
Τριάντα πέντε χρόνια παρουσίας στο συγκρότημα ΔΙΑΣ γεμάτα δημιουργία. Χιλιάδες πρωτοσέλιδα, πολλές ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εμπειρίες, εκδηλώσεις κοινωνικής προσφοράς και αλληλεγγύης. Μια πορεία που τη σημαδεύουν συγκινήσεις, προκλήσεις, ανατροπές, εμπειρίες, κριτική σκέψη και γνώσεις. Πορεία που ξεκίνησε αρχές του 1976 και συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι τον Δεκέμβρη του 2011. Τριάντα πέντε χρόνια συνδεδεμένα με ιστορικής σημασίας θυελλώδη γεγονότα. Θυμάμαι τα χαρακτηριστικά λόγια του Κώστα Χατζηκωστή στην πρώτη συνάντησή μας, αρχές του 1976, όταν με προσλάμβανε στη σύνταξη της εφημερίδας: «Έρχεσαι σε μια εφημερίδα που θα πολεμήσει και θα πολεμηθεί, που είναι καταδικασμένη να επιτύχει». Και δεν έπεσε έξω…
Η πρώτη περίοδος - 1976-1990: Η πιο δύσκολη. Σε αντίξοες για τον τόπο συνθήκες, μετά τη λαίλαπα της τουρκικής εισβολής, εμφανίσθηκε με ορμή η «Σημερινή». Εύτολμη και μαχητική, τάραξε τα νερά. Καθιέρωσε τον αντίλογο, φιλοξένησε την αντίθετη άποψη κι εξάλειψε, έτσι, ένα σοβαρό δημοκρατικό έλλειμμα που υπήρχε στον τόπο. Κατά τους πρώτους μήνες κυκλοφορίας της, πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι αγόραζαν τη «Σημερινή» υπό άκρα μυστικότητα για να μη «χαρακτηρισθούν»…
Η δεύτερη περίοδος - 1990-2000: Η υποδομή της «Σημερινής» ήταν η βάση και το θεμέλιο για είσοδο του Συγκροτήματος στον τομέα των ηλεκτρονικών ΜΜΕ. Μετά από κοπιώδεις προσπάθειες και με στυλοβάτη τον Νίκο Χατζηκωστή, το 1990 βγήκε στον αέρα το Ράδιο Πρώτο, που σύντομα καθιερώθηκε και επεβλήθη. Παράλληλα, εντατικές ήταν οι προετοιμασίες για λειτουργία του Τηλεοπτικού Σταθμού ΣΙΓΜΑ. Εξέπεμψε το 1995 κι έφερε νέο αέρα στα τηλεοπτικά δρώμενα, καθιερώνοντας τις τοπικές παραγωγές.
Η τρίτη περίοδος: Άρχισε λίγο πριν από το 2000 και σημαδεύτηκε από την παρουσία του αξέχαστού μας Άντη Χατζηκωστή, που άνοιξε καινούργιους δρόμους, με την έκδοση επιτυχημένων εξειδικευμένων περιοδικών αλλά και με τη δυναμική είσοδο στη διαδικτυακή δημοσιογραφία, που εκμηδένισε τις αποστάσεις και μηδένισε τον χρόνο.
Πραγματική σχολή: Η «Σημερινή» υπήρξε σχολή δημοσιογραφίας. Στη συντακτική της ομάδα ανδρώθηκαν δεκάδες εξαίρετοι δημοσιογράφοι που σήμερα στελεχώνουν από επιτελικές θέσεις όλα, σχεδόν, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στην Κύπρο. Ήρθαν με το τρέμουλο του πρωτάρη, βρήκαν ζεστασιά, ολοκληρώθηκαν, και πολλοί συνεχίζουν τη σταδιοδρομία τους από κάποιο άλλο δημοσιογραφικό μετερίζι.
Τι κρατώ έντονα; Την αρχική φλόγα και των εφτά ενθουσιωδών πρωτεργατών ίδρυσης της «Σημερινής», πραγματικών δασκάλων, οι οποίοι ουδέποτε επενέβησαν για να λογοκρίνουν κείμενα των συντακτών. Τη διορατικότητα του Κώστα Χατζηκωστή, που σχεδίαζε ασταμάτητα, τολμούσε και πρωτοπορούσε με τη δημιουργία νέων Μέσων Ενημέρωσης. Τη δημοσιογραφική στοχοπροσήλωση του Αντώνη Φαρμακίδη, που επιστρέφοντας στο γραφείο μετά από σοβαρό κρυολόγημα, έπεσε επί των επάλξεων με τη γραφίδα στο χέρι. Βρισκόμουν πέντε μέτρα απ’ αυτόν σε διπλανό γραφείο όταν, ξαφνικά, τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του και τον μεταφέραμε εσπευσμένα σε ιδιωτική κλινική, όπου υπέκυψε. Τη μεθοδικότητα και προβλεπτική σκέψη του Πέτρου Ζαχαριάδη. Το ανήσυχο πνεύμα δημιουργίας και το αστείρευτο πλατύ χαμόγελο του Άντη Χατζηκωστή.
Τιμή και σεβασμός: Σήμερα, οι καιροί είναι δύσκολοι για τις εφημερίδες. Οπισθοχώρησαν. Έχει επικρατήσει η διαδικτυακή δημοσιογραφία, που έχει αφανίσει το χειρόγραφο της ψυχής, του ιδρώτα και του αίματος. Ωστόσο, το πνεύμα και η ψυχή όσων κατέθεσαν τα καλύτερά τους χρόνια στην έντυπη δημοσιογραφία κατά τα πέτρινά της χρόνια δεν θα σβήσει ποτέ. Τιμή και σεβασμό αποδίδω σ’ όλους τους κατά καιρούς συνεργάτες και συναδέλφους..
Χρόνια πολλά, «Σημερινή». Ναι, όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά.
Η «Σημερινή» του χθες και του αύριο
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
H «Σημερινή» πρωτοκυκλοφόρησε πριν από 40 τόσα χρόνια, με το σύνθημα ότι θα φέρει κάτι νέο στον τόπο. Κι αυτό έκανε, με το παραπάνω. Πρώτα-πρώτα το ίδιο το εκδοτικό γεγονός ήταν κάτι καινούργιο. Πρώτη φορά στα χρονικά της Κύπρου μια εφημερίδα στηνόταν με πρωτοβουλία των ίδιων των δημοσιογράφων. Συνολικά, εφτά γνωστοί δημοσιογράφοι είχαν βάλει τότε τις οικονομίες τους για να πραγματοποιήσουν ένα κοινό όνειρο, ίσως κατά το πρότυπο της αθηναϊκής «Ελευθεροτυπίας», η οποία είχε εκδοθεί μόλις ένα χρόνο πριν, το 1975, μέσα από μια παρατεταμένη σύγκρουση εκδοτών και συντακτών.
Η παρουσία τόσων πολλών φτασμένων δημοσιογράφων στον ίδιο χώρο ήταν σαφώς ένα πλεονέκτημα για τους νεότερους από εμάς, που προσληφθήκαμε τότε για να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας. Δεν εμπλουτίσαμε μόνο τις επαγγελματικές μας εμπειρίες, αλλά είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά και να δουλέψουμε με ξεχωριστές προσωπικότητες, η καθεμιά με τα δικά της ιδιαίτερα γνωρίσματα, χαρίσματα και πείσματα. Παραλείπω εδώ τα ονόματα, γιατί είμαι βέβαιος ότι θα παρουσιαστούν σε άλλη, πιο περίοπτη θέση αυτής της επετειακής έκδοσης. Μπορώ να πω ότι η συνεργασία και το δέσιμο του παλιού με το νέο ήταν εκείνο που έδωσε την απαραίτητη δημιουργική ώθηση στο ξεκίνημα της «Σημερινής».
Αλλά, η πιο σημαντική νεωτερότητα της εφημερίδας ήταν ότι απετέλεσε το πρώτο ημερήσιο δημοσιογραφικό εγχείρημα δύο μόλις χρόνια μετά την εισβολή. Ήταν, αδιαμφισβήτητα, ένας κινητήριος μοχλός της τιτάνιας προσπάθειας για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική παλινόρθωση της καθημαγμένης Κύπρου. Ο διακηρυγμένος στόχος της «Σημερινής», τον οποίο δεν άφησε ποτέ από το κλισιοσκόπιο της ειδησεογραφίας και αρθρογραφίας της, ήταν η φυσική και εθνική επιβίωση του κυπριακού Ελληνισμού μέσα στις αντίξοες συνθήκες που είχε δημιουργήσει η τουρκική βαρβαρότητα.
Σε πείσμα πολλών δυσκολιών και εμποδίων, η εφημερίδα συνέχισε όχι μόνο να εκδίδεται επιτυχώς, αλλά και να ανοίγει νέους δρόμους, τηρώντας έτσι την αρχική της υπόσχεση. Η «Σημερινή» έγινε η πρώτη -και μοναδική ώς τώρα- εφημερίδα που μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία και στεγάστηκε σε ιδιόκτητα γραφεία, παίρνοντας σταδιακά τη μορφή και τις διαστάσεις μεγάλου δημοσιογραφικού οργανισμού, υπό την εκδοτική της ονομασία «Δίας». Το 1986 εδραίωσε τον περιοδικό Τύπο στην Κύπρο, αποτολμώντας την έκδοση του πρώτου εβδομαδιαίου περιοδικού ποικίλης ύλης, με τον δηλωτικό τίτλο «Το Περιοδικό». Ακολούθησαν το Ράδιο Πρώτο και το τηλεοπτικό κανάλι «Σίγμα», υπό την αποκλειστική πλέον καθοδήγηση του Κώστα Ν. Χατζηκωστή, του μόνου εναπομείναντος από την ιδρυτική ομάδα των επτά δημοσιογράφων και εμπνευστή του όλου εγχειρήματος.
Οι επιτυχίες της «Σημερινής» ενθάρρυναν άλλους να ακολουθήσουν τα χνάρια της και δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι το σημερινό οργιώδες τοπίο των κυπριακών μέσων ενημέρωσης -με τα καλά και τα κακά του- είναι εν πολλοίς δημιούργημα εκείνης της τολμηρής πρωτοβουλίας πριν από σαράντα χρόνια.
Επί προσωπικού, η θητεία του γράφοντος στο Συγκρότημα «Δίας» καλύπτει μόνο τα... πρώτα είκοσι τέσσερα χρόνια, έχοντας υποβάλει τρεις φορές παραίτηση και φύγει δύο φορές, τη δεύτερη για καλά. Είναι φυσικό η αλλαγή των συλλογικών καταστάσεων στη ροή του χρόνου να επιβάλλει αλλαγές και στις ατομικές προτεραιότητες και επιδιώξεις. Εκείνο που μένει αναλλοίωτο στον τόπο και τον χρόνο είναι το βιωματικό αποτύπωμα που αφήνουν οι διαπροσωπικές και συναδελφικές σχέσεις.
Η αθηναϊκή «Ελευθεροτυπία» τερμάτισε οριστικά την κυκλοφορία της το 2013 μέσα στον κυκεώνα της οικονομικής κρίσης. Η «Σημερινή», παρά τους κλυδωνισμούς και το φοβερό πλήγμα που δέχτηκε το 2011 με τη δολοφονία του Διευθυντή του Συγκροτήματος Άντη Χατζηκώστη, απέδειξε την ικανότητα και την αποφασιστικότητά της να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις, παραμένοντας πιστή στις δεσμεύσεις της.
Κάνε το σωστό, λέγε την αλήθεια
ΝΑΝΣΙΑ ΠΑΛΑΛΑ
Νωρίς το 1976, μια είδηση έλεγε πως επτά καταξιωμένοι δημοσιογράφοι θα ένωναν τις δυνάμεις τους για να εκδώσουν μια εφημερίδα πέρα και πάνω από τα στερεότυπα της τότε εποχής. Τα ονόματα των επτά αποτελούσαν εχέγγυο ότι η καινούργια εφημερίδα θα άνοιγε νέους δρόμους στον τότε τρόπο σκέψης, θα πρόσθετε στις πολιτικοπνευματικές αναζητήσεις και θα αποτελούσε, τουλάχιστον, εφαλτήριο για προβληματισμούς εκτός των καθιερωμένων.
Το πέτυχε. Η «Σημερινή» κυκλοφόρησε τον Φεβράρη του 1976 κι έκανε τη διαφορά σε καιρούς δύσκολους για την ελευθερία της γνώμης και του λόγου. Ο πόλεμος που αντιμετώπισε η νέα εφημερίδα ήταν ανηλεής. Οι περισσότεροι αναγνώστες της την αγόραζαν στα κρυφά και την διάβαζαν στο σπίτι. Μήνα με τον μήνα όμως τα πράγματα άλλαζαν. Οι αλήθειες που καταγράφονταν στη μεστή αρθρογραφία της δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες, πόσω μάλλον ασχολίαστες. Η κοινή γνώμη άρχισε να ξεθαρρεύει με έναυσμα τα ερωτήματα και τα ερωτηματικά που πήγαζαν μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας. Η «Σημερινή» έγινε λάβαρο όσων αρνούνταν τις κατεστημένες σχολές σκέψης και θεώρησης των πολιτικών κυρίως πραγμάτων αλλά και σχολή εποικοδομητικής κριτικής των κυβερνητικών απόψεων, οι οποίες τότε αποτελούσαν θέσφατο. Αλίμονο στους διαφωνούντες.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η «Σημερινή» ανέβηκε στο ψηλότερο βάθρο της κυπριακής δημοσιογραφίας και καθιερώθηκε ως η υπ’ αριθμόν ένα εφημερίδα της αντιπολίτευσης. Παρέμεινε εκεί πολλά χρόνια με σλόγκαν ότι η εκάστοτε κυβέρνηση κρίνεται και επικρίνεται χωρίς φόβο και πάθος, με πυξίδα την αλήθεια.
Η αποστολή δεν ήταν καθόλου εύκολη, οι δημοσιογράφοι όμως της εφημερίδας μας δεν είχαν καμία αναστολή να τα βάλουν με το κατεστημένο, πληρώνοντας πολλές φορές βαρύ τίμημα. Οι χαρακτηρισμοί που συνόδευαν το όνομα του καθενός μας ήταν στην πλειοψηφία τους βαρείς. Η αντιμετώπιση όμως αυτή μάς πείσμωνε περισσότερο και γιγάντωνε την πεποίθησή μας ότι διώκονται και μαυροπινακίζονται αυτοί που κάνουν το σωστό. Για όλους εμάς στη «Σημερινή» και τότε και τώρα, η επιλογή ήταν και εξακολουθεί να είναι μία: Κάνε το σωστό, λέγε την αλήθεια. Η επιλογή αυτή έγινε βίωμα και τρόπος ζωής. Σε όλα τα επίπεδα.
Προσωπικά θεωρώ ευλογία το γεγονός ότι κλήθηκα να εργαστώ για τη «Σημερινή», από την πρώτη κιόλας μέρα της ζωής της, υπό την καθοδήγηση των επτά γκουρού της δημοσιογραφίας. Νεαρή δημοσιογράφος τότε, πέρασα από τη βάσανο της συνέντευξης στην οποία με κάλεσε ο μ. Αντώνης Φαρμακίδης, με συστάσεις από τον Δημήτρη Παπαδημήτρη. Ομολογώ ότι έτρεμα καθώς περνούσα το κατώφλι του γραφείου μιας υπό εκκόλαψη εφημερίδας, η οποία στηνόταν από τα μεγαθήρια της δημοσιογραφίας. Τα καλά λόγια του Α. Φαρμακίδη και η πρόσληψή μου με γέμισαν χαρά, με φόρτωσαν όμως και με τεράστιες ευθύνες. Είχα υποχρέωση να τα καταφέρω, για να δικαιώσω αυτούς που με επέλεξαν. Η εμπιστοσύνη με την οποία με περιέβαλε ο μαέστρος του πολιτικού λόγου Κώστας Χατζηκωστής, οι πρωτοπόρες ιδέες του Αλέκου Κωνσταντινιδη, η γλαφυρότητα της γραφής του Γλαύκου Ξένου, η καθαρότητα της σκέψης του μ. Λευτέρη Σωτηρίου και οι σοφές συμβουλές του Φάνου Κωνσταντινίδη έβαλαν τον θεμέλιο λίθο και αποτέλεσαν τον γνώμονα με τον οποίο πορεύθηκα στα 40 χρόνια της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας.
Σήμερα, 40 χρόνια μετά, με εικοσιτετράωρα σκληρής δουλειάς, μακριά από τις οικογένειές μας, κοιτάμε πίσω για να αντλήσουμε δύναμη για το μπροστά. Το οφείλουμε στη μεγάλη μας οικογένεια, αυτήν της «Σημερινής». Η οποία παραμένει ακόμα η οικογένειά μας.
Το μότο που κέρδισε την καρδιά μου
ΜΑΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Πέρασαν σαράντα χρόνια, έτσι; Ακούγονται πολλά, αλλά…δεν είναι, πιστέψτε με! Δεν ήμουν στην πρώτη ομάδα σύνταξης των σαραντάρηδων που ίδρυσαν την εφημερίδα το 1976, ήμουν όμως στην επόμενη, όταν άρχιζε η δεκαετία του 1980 κι εμείς μόλις είχαμε περάσει τα είκοσι και αντιμετωπίζαμε τους «εργοδότες» σαν νεαρούς πατέρες που αλληλεπιδρούσαν μαζί μας, δίνοντας την εμπειρία τους σε μας και παίρνοντας από εμάς τον ενθουσιασμό μας.
Έκλεισα τους «εργοδότες» σε εισαγωγικά, γιατί η εφημερίδα τότε, για τους περισσότερους από εμάς, δεν ήταν μια εταιρεία, ούτε ένας επιχειρηματικός οργανισμός, ούτε το εντυπωσιακό μέγαρο που θα κτιζόταν το 1990, ούτε ένας χώρος ανταγωνισμού για να φτιάξουμε καριέρες, ήταν απλώς μια υπέροχη δημοσιογραφική περιπέτεια, με κινητήρια δύναμη το πάθος ν’ ανοίξουμε δρόμους στο μέλλον, σε ένα τοπίο μπλοκαρισμένο από το παρελθόν.
Δεν επρόκειτο για μια ναρκισσιστική φιλοδοξία βασισμένη σε ψευδαισθησιακές ιδέες ανύπαρκτου μεγαλείου, ήταν η ρεαλιστική επιδίωξη της ρήξης με τον συντηρητισμό του κατεστημένου και με την αντίληψη που θεωρούσε τη διαφορετική και την αντίθετη άποψη ως αξιόποινη ιεροσυλία και ως απαράδεκτη παρέκκλιση - και όταν αναφέρομαι σε «κατεστημένο», εννοώ το «βαθύ κράτος» τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς και όλου του ενδιάμεσου χώρου εκείνης της εποχής.
Την ημέρα που ο Σάββας Ιακωβίδης και ο Φίλιππος Στυλιανού, συντάκτες της «Σημερινής» και δάσκαλοί μου στη σχολή δημοσιογραφίας, μου πρότειναν να ενταχθώ στη δημοσιογραφική της ομάδα, το πρώτο πράγμα που έκανα, πριν τους απαντήσω ναι ή όχι, ήταν να κοιτάξω πιο προσεκτικά την εφημερίδα - απάντησα καταφατικά, γιατί κέρδισε αμέσως την καρδιά μου το μότο της, «όποιος ελεύθερα συλλογάται συλλογάται καλά», που είναι και η πυξίδα της προσωπικής μου ζωής.
Στον βαθμό που μπορώ να μιλήσω για τον εαυτό μου, αφού είμαι πια ένας από τους ελάχιστους εκείνης της περιόδου που περιλαμβάνομαι στη συντακτική ομάδα του 2016, ποτέ δεν ένιωσα εμένα ή τους συναδέλφους της εφημερίδας σαν τους «εκλεκτούς» μιας φανταστικής «θείας πρόνοιας», που ήρθαν σαν από μηχανής θεοί να «σώσουν» την Κύπρο από τα πολιτικά και κοινωνικά δεινά της.
Όμως μπορούσαμε ενστικτωδώς -νομίζω οι ψυχολόγοι το λένε ενσυναίσθηση- να ταυτιζόμαστε με τους αναγνώστες, να είμαστε κοντά και μαζί με τους ανθρώπους γύρω μας, να γινόμαστε ειλικρινείς κοινωνοί των προβλημάτων και των ανησυχιών τους, χωρίς να περιμένουμε αναγνώριση κι επιβράβευση από κανέναν.
Προσωπικά, έτσι ζω και σήμερα τη δουλειά μου - σαν προσφορά και όχι σαν ανταμοιβή. Και άμα κοιτάξω πίσω μου, νιώθω περήφανος για εκείνη την εποχή της «αθωότητας», ξέροντας ότι και η ομάδα της «Σημερινής», μαζί με συναδέλφους άλλων εφημερίδων, βάλαμε το λιθαράκι μας για την αλλαγή που ήρθε λίγο αργότερα, με βασικές παραμέτρους την ίδρυση και λειτουργία του Πανεπιστημίου Κύπρου τη δεκαετία 1990 και την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004.
Η αλλαγή αυτή αφορούσε ιδιαίτερα τη διεύρυνση της έννοιας της δημοκρατίας στην πολιτική ζωή και στην κοινωνία των πολιτών, την αποδοχή της διαφορετικότητας σε όλους τους τομείς και τον έμπρακτο σεβασμό μιας σειράς ανθρωπίνων δικαιωμάτων ατόμων και ευάλωτων ομάδων που, για σειρά ετών, καταπατούνταν και περιφρονούνταν.
Δεν είναι δεδομένα τα δικαιώματα αυτά, χρειάζεται να τους δίνουμε φωνή κάθε μέρα - και τους δίνουμε.
ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ





