Δαίμονες***
Θέατρο Διόνυσος

Δαίμονες, στις μέρες μας, έχουμε πολλούς, κρυφούς και φανερούς, αυτοκτονικούς και εγκληματικούς, δικούς και ξένους. Κι όμως ο σύγχρονος Lars Nor?n, ο πιο γνωστός κι επιτυχημένος Σουηδός θεατρικός συγγραφέας των ημερών μας, γράφει στα χνάρια των φημισμένων Σκανδιναβών προπατόρων του, όπως Strindberg και Bergman, εστιάζοντας στους εσωτερικούς, αυτοκαταστροφικούς δαίμονες δύο ζευγαριών. Αφορμές, η επικείμενη κηδεία της μητέρας του Φρανκ κι ένα γειτονικό get-together για ποτό στο σαλόνι του, όπου στήνεται η αρένα για βίαιη έξαρση των καταπιεσμένων συζύγων. Αν και τετριμμένο σαν θέμα, και χωρίς ιδιαίτερο storyline, το έργο (1984) αιχμαλωτίζει θεατρικά τις ακρότητες του οιδιπόδειου σαδομαζοχισμού, της ψυχικής και πραγματικής βίας και της σεξουαλικής χειραγώγησης, μαζί με λεπτό μαύρο χιούμορ. Όλα αυτά μέσα από αυτή τη φαινομενική ευγένεια και πραότητα, χαρακτηριστική της σκανδιναβικής ψυχής και του λόγου, που ξεγυμνώνει σκληρά την υβριστική βιαιότητα και διαστροφή της αστικής, συμβατικής κοινωνίας. Έργο και ύφος δηλαδή που απαιτούν ευαίσθητα παιξίματα, σιωπηλές εντάσεις, ισορροπίες αλλά και παρατεταμένες εξάρσεις.
Κι όμως, ο σκηνοθέτης Λέανδρος Ταλιώτης χρησιμοποιεί στη σκηνοθεσία του μεικτό υφολογικό στυλ, αφαιρετικό, με σύμβολα, ρεαλιστικό και εννοιολογικό, ακόμα και με έντονα στοιχεία θεάτρου ωμότητας -με νερά, μήλα, αντικείμενα και σκουπίδια να ρυπαίνουν το σκηνικό χώρο… όπως τον ρυπαίνουν συναισθηματικά και οι ήρωες με τα εσώψυχά τους. Χαρακτηριστικά, θυμάται κανείς περισσότερο το μοτίβο της femme fatale συζύγου Κατερίνας ν’ ανάβει τσιγάρο και κάθε φορά να πετά τον αναπτήρα κάτω, παρά τα όσα λέει κάθε φορά… μια προσωποποίηση δηλαδή της νεύρωσης. Είναι φορές που η κίνηση και η υπερβολή στη συμπεριφορά πάνε κόντρα με το κείμενο, όπως φαίνεται από μερικές απότομες αλλαγές στο λόγο, διακόπτοντας τη συναισθηματική κορύφωση. Όπως και στην προηγούμενή του σκηνοθεσία, την ‘Τρομοκρατία’, στην κεντρική σκηνή του Σατιρικού, ο σκηνοθέτης επιμένει σε μια αναζήτηση μιας σύγχρονης σκηνοθετικής προσέγγισης που αμφισβητεί τον απλό αφαιρετικό δραματουργικό ρεαλισμό, μπολιάζοντας με διάφορα άλλα στοιχεία συμβολισμού και σουρεαλισμού, στοχεύοντας ίσως σε μια αποστασιοποίηση και παρατήρηση του θεατή. Οι μοντέρνες αυτές μίξεις, μπορεί να δημιουργούν ένα εικαστικό ενδιαφέρον αλλά δραματουργικά βρίσκω ότι υπερτονίζεται τόσο πολύ η σημειολογία της δράση, εις βάρος της κορύφωσης του λόγου, που συχνά το θέαμα καταντά αφηγηματικό. Δηλαδή, επειδή στην πρώτη σκηνή ο Φρανκ επιστρέφει σπίτι για να βρει τη γυναίκα του έτοιμη για μπάνιο, γιατί πρέπει να δούμε ένα ενυδρείο στη σκηνή όπου αυτή ξαπλώνει μέσα με τα ρούχα σαν φυλακισμένο χρυσόψαρο -συμβολικό ή αφαιρετικό- προαναγγέλλοντάς μας τη δυσαρμονία που πρόκειται να δούμε στην εξέλιξη…
Από την άλλη, το απαιτητικό θέαμα βγήκε σε καλό στους ηθοποιούς που έδωσαν γενικά πολύ καλές ερμηνείες, εξορμώντας από τις προσωπικές ζώνες ασφαλούς ερμηνείας τους. Θεαματική, σοβαρή, απειλητική αλλά και εύθραυστη ταυτόχρονα η Τζωρτζίνα Τάτση. Αγνώριστα νευρωτική η νέα μητέρα της Μυρτώς Κουγιάλη, καλύτερη από κάθε άλλη φορά. Επίσης πιστευτός ο νέος γείτονας του Γιάννη Ποιμενίδη, με μια συμπαθητική συστολή και εξάρσεις. Ο Ανδρέας Τσέλεπος, σαν Φρανκ, ήταν μάλλον νευρικός, υπερκινητικός και υπερβολικά εξωτερικός, σαν σε μια συνεχή έξαρση. Και μάλλον ανώφελα, μια και παρά τις ταπεινωτικές τους παρεκκλίσεις, τα ζευγάρια στο τέλος πάλι μαζί καταλήγουν, με τις σαδομαζοχιστικές ψυχώσεις τους να συνεχίζονται.