Σύγχρονο Κυπριακό Θέατρο

Τρία κυπριακά θεατρικά παρουσιάζονται αυτές τις μέρες, σε Λεμεσό και Λευκωσία, και κανένα στον ΘΟΚ, σ’ αντίθεση με την περσινή χρονιά. Αναπόφευκτή λοιπόν η εκ νέου προσμονή αλλά και το ανομολόγητο ερώτημα. Πόσο περισσότερο μπορούν να με αφορούν τα κυπριακά έργα, μέσα στην πλειάδα και διαφορετικότητα των ξένων έργων που βλέπουμε συνέχεια;
Η ΕΘΑΛ Λεμεσού σηκώνει φέτος το γάντι του ΘΟΚ, παρουσιάζοντας δύο καινούργια μονόπρακτα σε μία παράσταση, τα Σπασμένα της Κωνσταντίας Σωτηρίου (πρωτοπαρουσιάστηκε στα αναλόγια του Play-on) και τη Συλλογή του Γιάννη Αγησιλάου (βραβείο θεατρικής συγγραφής Κ. Κολώτα). Όμως ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της και σκηνοθέτης των δύο έργων, Μηνάς Τίγκιλης, με προσγειώνει εξ αρχής στο σημείωμά του. ‘Δεν εντοπίζει ο θεατής, παρά την ιθαγένεια του δραματουργού, μία εντοπιότητα’… πάει το ερώτημα. Μάλλον εντοπίζει, ξεκαθαρίζει, μία οικουμενικότητα, και αγγλοσαξωνικές, βορειοευρωπαϊκές, αμερικανικές επιρροές γραφής. Για καλό το λέει, κι ας μην μου απαντά στο ανομολόγητο…
Τα Σπασμένα, σαν story line αφορούν ένα παντρεμένο ζευγάρι σε συναισθηματικό τέλμα μετά την απώλεια παιδιού και τη στειρότητα. Το κείμενο όμως, είναι αφηρημένα ελλειπτικό, με καθαρούς συμβολισμούς και έντονη επανάληψη, σαν μια πειραματική δοκιμή γλωσσικού κεντήματος. Έτσι το άκουσα τουλάχιστον στην πρώτη του, γυμνή, αλλά εντυπωσιακή παρουσία στα ‘Play on’. Εδώ η σκηνοθεσία/παραγωγή επένδυσε με πάθος στο να προσδώσει πλαίσιο και εικόνα στη λιτότητα του κειμένου -που έκανε συχνά φλύαρα. Δύο προβολές ταυτόχρονα στους στενάχωρους αγκυλωμένα τοίχους-παραβάν του σκηνικού (Γιώργος Παπαδόπουλος). Προβολή ρεαλιστικού σπιτικού, σαν virtual σκηνικό, με παράλληλα μπροστά τη δράση, αλλά και δύο ερωτικά ιντερλούδια -ενεργητική και παθητική στάση και από τους δύο σε μηχανικό σεξ, ίσως επειδή είναι και οι δυο συνυπεύθυνοι για την ασυνεννοησίας τους. Το ίδιο και σε ένα επαναλαμβανόμενο στριφογύρισμα του τραπεζιού. Συνολικά, το κείμενο είχε τόσες εικαστικές παρεμβάσεις και επεξηγήσεις, σε συνδυασμό με τον αργό ρυθμό που επιχειρήθηκε, ακόμα και σε επίπεδο λόγου, με το υποτονικό, μονότονο παίξιμο, αγγλωσαξωνικό ίσως, που έχασε μεγάλο μέρος της συνέχειας που χρειαζόταν για δραματική και ερμηνευτική κορύφωση, παρ’ όλο το τολμηρό ερωτικό και γυμνό στοιχείο.
Η Συλλογή, σε σύγχρονο ρεαλιστικό ελληνικό λόγο, βρίσκει ένα άγνωστο ζεύγος ενός νέου και ενός μεσήλικα, σε μια τεταμένη περίσταση. Ο νέος, ένας επαναστάτης κι αληταράκος δεκαεφτάρης βρίσκεται δεμένος χέρια-πόδια, στόμα, κι ο μεσήλικας, που τον έπιασε μέσα στο σπίτι του, τον παίρνει για κλεφτράκο αρχικά, όντας ο ίδιος μεγαλοκλέφτης! Ο δεύτερος όντας ανεξήγητα σε περίεργη διάθεση, διασκεδάζει με το νεαρό. Του δίνει τη συλλογή πορνοπεριοδικών του, λευκές επιταγές. Ξυπνά το συναίσθημα της χαμένης πατρότητας κι ενοχής του μεσήλικα, ίσως να ναι αυτός ο γιος που έδωσε; Ή σαν αυτόν. Κι όταν ο νεαρός μάθει το μάθημά του αλλά αποχωρήσει με τα λεφτά παρόλα ταύτα, ο μεσήλικας… αποχαιρετά, έχοντας ξεπληρώσει την ενοχή του προς το γιο του. Όποιος και να ‘ναι. Ακόμα κι όταν το πρωτοδιάβασα μου φάνηκε αδύναμος ο μύθος, αμφίβολα ηθικοπλαστικός, παρ’ όλη την πληρότητα του κειμένου, δομικά και γλωσσικά. Η πιο ρεαλιστική σκηνοθεσία, και σκηνικό αυτή τη φορά, μπροστά σε μια αναδιάταξη των παραβάν, δημιούργησε μεγαλύτερες εντάσεις και εξέλιξη. Υπέρμετρα σίγουρος και κυνικός ο μεσήλικας του Φίλιππου Σοφιανού, με δυσδιάκριτη την ελλοχεύουσα τραγική πλευρά του. Αντίθετα, νευρικός και πιο άπειρος ο νέος του Στέλιου Ανδρονίκου.
Το Μπαμ!, το πιο πρόσφατο έργο του πολυγραφότατου Γιώργου Νεοφύτου ανεβάζει και σκηνοθετεί ο Ευριπίδης Δίκαιος και οι Παραπλεύρως Παραγωγές του, στο θέατρο της Στέγης Χορού Λευκωσίας. Το έργο, περήφανο γέννημα της εντοπιότητάς μας, σχολιάζει με απόλυτα συνειδητό, πολιτικό χιούμορ τη σημερινή κυπριακή πραγματικότητα, επιχειρώντας παράλληλα δραματουργικές υπερβάσεις και θεατρική περιπλοκότητα. Δυο Κύπριοι, Ε/Κ και Τ/Κ -ένας για μανιτάρια κι ο άλλος για κυνήγι-, ξεκουφαίνονται από έκρηξη νάρκης στη νεκρή ζώνη, κι όταν συνεφέρνουν προσπαθούν να συνομιλήσουν. Εξωφρενική κι εξαιρετικά πρόσφορη η συνθήκη του μύθου, για όλες τις παρεξηγήσεις που μπορείς να φανταστείς. Και με ξεκάθαρο μήνυμα, είμαστε οι ίδιοι αφελείς χωριάτες, ελάχιστα διαφορετικοί μα εντελώς παράλληλοι, αλλά με τόση ‘δικοινοτική’ βλακεία, ούτε τρίτο δεν αφήνουμε να μας βοηθήσει …. σκοτωνόμαστε μόνοι μας! Ομολογουμένως απολαυστικό, το χαριστικό συγγραφικό σχόλιο.
Ισορροπημένη η σκηνοθεσία του Ε. Δίκαιου, βγάζει ένα μπουφόνικο χιούμορ, με πετυχημένο σκηνικό της Μ. Κούτα και μουσική του Γιώργου Κολιά να υπερθεματίζει κινηματογραφικά κάποιες στιγμές. Πειστικότατος ο Καζάκας με άπταιστα τούρκικα, συμπαθής και μετρημένος ατακαδόρος του χιούμορ. Δίπλα του, φωνακλάς, macho και φλύαρος ο Μάριος Στυλιανού, με τον οποίο έφτιαχναν καλό ζευγάρι γελιοποίησης της απλοϊκής, ντόπιας, ανδρικής κουβέντας που περιορίζεται -έλεος πια- στο πουλί τους, το σουνέτι, το ποδόσφαιρο και τις πόρνες! Κυπριακή διάλεκτος, κυπριακό χιούμορ, όχι πάντα πετυχημένο, και αναπόφευκτα η γελοιοποίηση σμίγει σχεδόν με το φολκλόρ, παρά την απελευθέρωση του κυπριακού θεατρικού λόγου.