Λωξάντρα ***
Κεντρική Σκηνή ΘΟΚ

Μετά το περσινό ‘Τρίτο Στεφάνι’ του Ταχτσή, ένα success story του ΘΟΚ, το κρατικό θέατρο φέτος ανεβάζει ξανά θέατρο δραματοποίησης λογοτεχνικού έργου. Αυτή τη φορά με την κοσμοαγάπητη Πολίτισσα Λωξάντρα, που ανοίγει τη σεζόν της Κεντρικής Σκηνής του θεάτρου, προφανώς ποντάροντας στη δημοφιλία του βιβλίου (1963). ‘Λωξάντρα’, άλλωστε, ανέβασε και ο Χατζάκης το 2010-12 σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, σε διασκευή Άκη Δήμου, με μεγάλη επιτυχία. Τη δραματοποίηση της κυπριακής Λωξάντρας ανέλαβε ο ίδιος δραματουργός που δούλεψε και πέρσι το ‘Τρίτο Στεφάνι’, δηλαδή ο Σάββας Κυριακίδης -υπεύθυνος Τμήματος Δραματολογίου του Εθνικού Θεάτρου-, αυτή τη φορά συνεργαζόμενος με την Ελληνίδα σκηνοθέτρια Έφη Θεοδώρου, έχοντας μάλιστα μαζί τους μερικούς ακόμα επιφανείς ηθοποιούς από τη μητρόπολη.
Η ‘Λωξάντρα’ λοιπόν της Μαρίας Ιορδανίδου, με τον οικείο, βιωματικό της λόγο, εξιστορεί τη ζωή της και των κοντινών της, προσφέροντας απολαυστικές περιγραφές του Κωνσταντινουπολίτικου κόσμου και πολιτισμού γύρω στο 1900. Γεύσεις, μυρωδιές, μουσικές κι ατμόσφαιρες της πόλης ζωντανεύουν μέσα από την ιστορία της. Κι αν η απλή, γραμμική γραφή του βιβλίου ακολουθεί κυρίως τα γεγονότα, δίνοντας ελάχιστη προσοχή στην εσωτερική πορεία των ηρώων, είναι η δραματουργία που καλείται να δώσει ουσιαστική έκταση και βάθος στους ήρωες του βιβλίου. Μάλλον, όμως, εδώ, είναι ο εν πολλοίς αφηγηματικός και πνευματώδης ελεύθερος, πλάγιος λόγος της συγγραφέως που φαίνεται να εμπνέει δραματουργό και σκηνοθέτρια, οδηγώντας τη συνεργασία τους σε πλήθος τολμηρών εφαρμογών σύγχρονης θεατρικής φόρμας στην αφηγηματική δραματοποίηση. Έτσι η παραγωγή, κρατώντας το κείμενο ακέραιο, επιδίδεται σε πολλές, μικρές σκηνές διαλόγου, πλαισιωμένες, σχεδόν ισόποσα, θα έλεγε κανείς, από αφηγήσεις και μουσικοχορευτικά ιντερλούδια. Ακόμα και οι ίδιοι οι ρόλοι συχνά αντί να ερμηνεύουν τον ήρωά τους, τον αφηγούνται! Η σφιχτοδεμένη αφήγηση κατανέμεται πολυφωνικά στους 15 ερμηνευτές που μαζί με τους κύριους ρόλους τους, εντάσσονται παράλληλα σ’ έναν ομαδικό χορό σύγχρονης κι αφαιρετικής υφής. Στοιχείο που δηλώνεται εξαρχής με την ελεύθερη περιφορά των ερμηνευτών στο χώρο, πριν ξεκινήσει ακόμη η παράσταση, και εισάγει επίσης το ρόλο της παρατήρησης, του τρίτου προσώπου της αφήγησης. Το ίδιο και στη συνέχεια, οι μεταφυσικές κουβέντες της Λωξάντρας με τους νεκρούς, τα πειράγματα στους ρόλους από σύγχρονους ασπροφορεμένους ‘αντι-κλόουν’, οι εικαστικές εικόνες-performance, όπως το ευρωπαϊκό μπάνιο του ευτραφή ανιψιού, και πολλά άλλα ευρηματικά που στρατολόγησε η παραγωγή, θυμίζουν λίγο εξεζητημένες προσεγγίσεις Pina Bausch και Bob Wilson. Χαρακτηριστικό ήταν το γοητευτικό ομαδικό χορευτικό με το ρυθμικό κούνημα της κεφαλής, σαν τα πουλιά που τσιμπολογούν. Την ίδια εικόνα μου έδιναν και οι ερμηνευτές, σαν ενταγμένα κι ικανά στρατιωτάκια που τσιμπολογούσαν από τον ένα ρόλο στον άλλο, ζωντανεύοντας εικόνες με τους ήρωες για λίγες μόνο στιγμές και μετά πάλι πίσω στην αφήγηση, στο τραγούδι και τους διακριτικούς φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς του Δημήτρης Σπύρου (γνωστός και από το acapella solo loop του) και τη λιτή κίνηση της Έλενας Αντωνίου. Στο ίδιο σύγχρονο πνεύμα επίσης και το σκηνικό του Λάκη Γενεθλή, με τον ανατολίτικο οντά να εξυπηρετείται από έναν πολυ-καναπέ και μια τεράστια μεταλλική σκάλα να αναδεικνύει τις μεταβάσεις.
Όλα συνέβαλαν στην αποτελεσματική εικονογραφία του βιβλίου, αλλά μάλλον λίγο παραπάνω εγκεφαλικά από το γούστο μου, γι’ αυτό και λίγο επίπεδα, κουραστικά. Μου έλειψε η εξέλιξη μιας κύριας σκηνής, μια μεγαλύτερη εμβάθυνση χαρακτήρα, μια απολαυστικότερη κορύφωση. Ακόμα και το μοναδικό κρεσέντο της Λωξάντρας, με την πληθωρική Ελισάβετ Κωνσταντινίδου να βγάζει μια συνταρακτική κραυγή για τη γέννηση της εγγονής της, που σηματοδοτεί επίσης και τον αυτοβιογραφικό μύθο του βιβλίου της Ιορδανίδου, ήταν σύντομο, μεμονωμένο κι ανεπαρκές για να αγγίξει το συναισθηματικό πυρήνα του θεατή. Μπορεί το αφήγημα στη ζωντανή του σκηνική παρουσία να αναπαριστούσε το βιβλίο πιστά, αλλά από απόσταση και παρατήρηση ήταν σαν αποσπασματικές μνήμες που έφταναν μεν στο κοινό, αλλά δεν το ‘μπόλιαζαν’ με συγκίνηση.