Κριτική

Γαμήλια Ψευδαίσθηση ***
Κεντρική Σκηνή Θεάτρου Διόνυσος

Οι Γάλλοι, γενικά σαν λαός, παρουσιάζονται απροκάλυπτοι στη συζυγική απιστία, ένας δεδηλωμένα κοινός τόπος λόγου, ακόμα και στην πολιτική, από τους πρώην Μιτεράν, Σιράκ, Σαρκοζί στον νυν Ολάντ, όλοι με ερωμένες και χωρίς αιδώ! Όχι, καμία ομοιότητα με τους δικούς μας που είτε τις κρύβουν είτε τις παντρεύονται. Έτσι και στο γαλλικό έργο του σύγχρονου Τυνήσιου σεναριογράφου Eric Assous, ένα έξυπνο, χιουμοριστικό αλλά και κοινωνικό έργο συνάμα, μια δραματική κομεντί όπως αποκαλείται, που ξεκινά με το πιο φυσιολογικό ερώτημα: ‘με πόσες με απάτησες μέχρι τώρα’! Ψέματα με επιπτώσεις, επικίνδυνες αλήθειες, γάμος χωρίς ψευδαισθήσεις ή χωρίς ερωτήσεις, ποια η συνταγή για ειρήνη στο σπιτικό σου; Σύγχρονοι προβληματισμοί λοιπόν, απόλυτα συμβατοί με την προχωρημένη γαλλική κοινωνία, που ο συγγραφέας γνωρίζει καλά, έχοντας εντρυφήσει για πολλά χρόνια στο ραδιόφωνο, μετά στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην TV, με ηθοποιούς σταρ, βραβεία κι επιτυχίες. Επιπλέον, αυτή η comedie dramatique γαλλιστί, ένα ιδιαίτερο είδος αστικής θεατρικής γραφής, χαρακτηρίζεται από χιούμορ λεπτής ψυχολογίας, ειρωνεία και αυτοσαρκασμό που εισχωρεί στον κοινωνικό ιστό, στους χαρακτήρες και τις καταστάσεις τους και απαλύνει το κρυμμένο, πικρό του μήνυμα. Έργο χαρακτήρων κι ερμηνειών λοιπόν, ελκύει μορφωμένο αστικό κοινό που ζει και γνωρίζει τους ίδιους κοινωνικούς κώδικες που περιγράφει, πράγμα που εξηγεί την επιτυχία του για 2-3 χρονιές στο Παρίσι όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το 2009 με το γνωστό ηθοποιό/σκηνοθέτη σταρ Jean-Luc Moreau, όπως ακριβώς και το προηγούμενό του έργο της ίδιας χρονιάς, ‘Οι άντρες προτιμούν να ψεύδονται’. Παρόμοιας σχολής ήταν και το άλλο γαλλικό έργο ‘Ο Θεός της Σφαγής’ της Γιασμίνα Ρεζά που είδαμε το 2013 στο θέατρο Διόνυσος, προς τιμήν του.
Κι’ αν το Γαλλικό σας μπερδεύει, τότε σκεφτείτε Αμερικανιστί, θυμηθείτε την δραματο-κωμική διάθεση κοινωνικής υπερβολής του Woody Allen και θα είστε κοντά.
Ήλπιζε κανείς ότι με τέτοιο έργο και μάλιστα δοσμένο από ένα βραβευμένο σκηνοθέτη όπως το βετεράνο Χρήστο Ζάνο, θα βλέπαμε/ζούσαμε για λίγο τη γαλλική αίσθηση αυτής της γλυκόπικρης κι ευφυούς κοινωνικής φάρσας. Όμως όχι, άλλη μια κυπριακή παραγωγή καταφέρνει να ψευδο-ελληνικοποιήσει μια τόσο χαρακτηριστική αισθητική θεατρικού ύφους, που σίγουρα θα έχεις δει, αν όχι στο θέατρο, τουλάχιστον σε ταινία στην τηλεόραση. Κι εξηγούμαι. Ενώ το κείμενο δήθεν ανέμελα, κουρδίζει τη συζυγική θερμοκρασία να ανεβοκατεβαίνει στη σταδιακή ανοδική του πορεία, οι ερμηνευτές της κυπριακής παραγωγής μπήκαν εξαρχής σ’ ένα overacting και μια αίσθηση ανούσιου ρυθμού κι επίδειξης, ένα συνεχές κι ένοχο στριφογύρισμα του άπιστου συζύγου κι ένα συνεχές άπλωμα των καλλίγραμμων γαμπών της φιλοπερίεργης συζύγου, σε έκδηλα στημένες πόζες στο μπαλκόνι. Όλα έκδηλα, φωνακτά και πλαδαρά. Ελάχιστη εσωτερικότητα, υπόγεια ρεύματα, διακριτικότητα. Λίγες στιγμές κόντεψαν να δώσουν ένταση στην αδιάκοπη πλοκή, ακόμα και το γέλιο ήταν μετρημένο. Με τόση κίνηση, βάλε και βάλε ποτό, πιες και πιες, όλα νατουραλιστικά, το θέαμα ήταν όλο μια εξωτερίκευση και αναπόφευκτα οι χαρακτήρες όδευαν προς στερεότυπες καρικατούρες. Άπιστος και ψεύτης ο σύζυγος, ιδίως ο δικός μας σταρ, Αχιλλέας Γραμματικόπουλος, που ήταν σε κινητική υπερδιέγερση, δεν μπορούσε να ησυχάσει πάνω στη σκηνή για χάρη μιας ‘δήθεν’ φυσικότητας. Πόσες φορές δεν πήδηξε πάνω από το κρεβατάκι ηλιοθεραπείας, όπου λίγο πριν άλειβε αισθησιακά αντηλιακό τη γυναίκα του, για να σηκωθεί αυτή αμέσως και να ντυθεί! Έτσι κάνουμε φυσικά; Δικαιολογημένα βγήκε αφύσικη, κι όχι τόσο κωμική η σκηνή στην κορύφωση της τρέλας του στο μεθύσι επάνω. Η Ελεάνα Παπαδοπούλου, ήταν εξεζητημένα στημένη, με αφύσικο στόμφο στην έκφραση και περισσή ειρωνεία, θύμιζε περισσότερο κυπριακή τηλεόραση παρά γαλλική φινέτσα λόγου και σκηνικής συμπεριφορά μιας αστής συζύγου που ξεκινά την όλη ιστορία ουσιαστικά για να κερδίσει πίσω το σύζυγό της που αγαπά, μετά από 20 χρόνια γάμου, μ’ αυτό το παιχνίδι, κι όχι σαν τιμωρία μιας καλοβαλμένης ζηλιάρας συζύγου. Ο μόνος που ‘σώθηκε’, ούτως ειπείν, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στο λόγο ήταν ο Χρήστος Γιάγκου. Λόγω χαρακτήρα κιόλας, ήταν σοβαρότερος, με πιο καθαρό λόγο και πρόθεση με ποικιλότροπες μεταλλαγές και χωρίς ζαλιστική κίνηση.