Η επιστροφή

Ο Αντώνης Κατσαρής επιστρέφει στον ΘΟΚ, μετά από επτά χρόνια, με την παράσταση ‘Το Παλάτι του Τέλους’. Ο μεγάλος ηθοποιός του κυπριακού θεάτρου συν-σκηνοθετεί και παίζει μαζί με τη Λένια Σορόκου και τη Στέλα Φυρογένη στο έργο της Judith Thompson, που ανεβαίνει από τη Νέα Σκηνή, και θυμάται σημαντικές στιγμές από την 52χρονη πορεία του στην υποκριτική! Φωτογραφία: Μιχάλης Κυπριανού


Σε τι αναφέρεται το έργο ‘Το Παλάτι του Tέλους’;
Το έργο αναφέρεται στο Ιράκ, στην περίοδο πριν και μετά την εισβολή των Αμερικανών. Πρόκειται ουσιαστικά για τρεις μονολόγους ανθρώπων που έχουν σχέση με το Ιράκ εκείνης της περιόδου. Είναι ένα έργο σκληρό, αλλά ταυτόχρονα ποιητικό και τρυφερό, γι’ αυτό και το ερωτευτήκαμε αμέσως όλη η παρέα. Στην αρχή είχαμε σκεφτεί να το ανεβάσουμε μόνοι μας. Μετά το προτείναμε στον ΘΟΚ, έδειξαν ενθουσιασμό και έτσι εντάχθηκε στο ρεπερτόριο του οργανισμού. Οπότε παίζω και εγώ στον ΘΟΚ μετά από επτά χρόνια.
Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο;
Είδε τη συγκεκριμένη παράσταση η Στέλα Φυρογένη σε ένα φεστιβάλ στο Δουβλίνο. Ενθουσιάστηκε, έκανε τη μετάφραση μαζί με τη Νικολέτα Καλαθά, η οποία είναι και αυτή πολύ στενή φίλη, μαζευτήκαμε και είπαμε να ανεβάσουμε το έργο. Το δουλέψαμε αρκετά πριν το παρουσιάσουμε στον ΘΟΚ και πρέπει να σου πω ότι το αγαπήσαμε αρκετά.
Ο δικό σας ρόλος ποιος είναι;
Έχω το ρόλο του Dr.David Kelly. Tου Άγγλου επιστήμονα που αυτοκτόνησε μετά την εμφάνισή του στο BBC, όπου αποκάλυψε πως όλα αυτά που λέχθηκαν περί βιολογικών όπλων και όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ, ήταν ψέματα. Φυσικά η συγγραφέας θέτει το ερώτημα εάν ο επιστήμονας αυτός αυτοκτόνησε ή τον ‘αυτοκτόνησαν’.
Πώς είναι να σκηνοθετεί κανείς και να παίζει μαζί με φίλους;
Με τη Λένια γνωριζόμαστε εδώ και δεκαετίες και είναι από τους ανθρώπους που αγαπώ πολύ και την εκτιμώ και σαν καλλιτέχνη και σαν άνθρωπο. Και με τη Στέλα και τη Νικολέτα κάνουμε τακτική παρέα. Έρχονται στο σπίτι, μαγειρεύουμε, μιλάμε... Οπότε είναι σαν να κάνουμε ένα παιχνίδι όλη η παρέα μαζί.
Το να σκηνοθετεί κανείς τον εαυτό του πόσο εύκολο είναι;
Εμείς οι παλιοί ηθοποιοί πάντα σκηνοθετούμε τον εαυτό μας. Δεν περιμένουμε οδηγίες από το σκηνοθέτη. Ο σκηνοθέτης σίγουρα θα δώσει τη γραμμή της παράστασης, το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί, από εκεί και πέρα όμως, ένας έμπειρος ηθοποιός αναλαμβάνει το ρόλο του και έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα.
Έχετε κάνει κι άλλες σκηνοθετικές δουλειές;
Μια παράσταση στην Ελλάδα και μια στην Κύπρο. Ήταν ένας θίασος λίγο μεσοβέζικος και έγινε μια παράσταση που δεν μου άρεσε καθόλου. Γενικά δεν μου αρέσει να σκηνοθετώ. Η σκηνοθεσία είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την υποκριτική. Εμένα μου αρέσει να ανεβαίνω στη σκηνή και να παίζω. Το ρόλο τον αντιμετωπίζω σαν ένα ταξίδι. Με την υποκριτική είσαι αντιμέτωπος με τον κόσμο και απολαμβάνεις αυτή τη χαρά που δίνει το πάρε-δώσε μαζί του. Ειδικά αν έχεις και έναν καλό ρόλο και αισθάνεσαι ότι κουμαντάρεις εσύ τα πράγματα, τότε το ταξίδι είναι υπέροχο.
Το δικό σας ταξίδι στην υποκριτική συνεχίζεται εδώ και 52 χρόνια. Τι γεύση έχει αυτή η πορεία;
Γλυκιά γεύση κατά κύριο λόγο. Την αγαπώ τη δουλειά μου. Το αγαπώ το θέατρο, χωρίς ωστόσο να λέω ότι το θέατρο είναι η ζωή μου όπως συνηθίζεται. Δεν βάζω όλα μου τα αβγά σ’ ένα καλάθι. Σίγουρα όμως αν ξαναδιάλεγα επάγγελμα, ηθοποιός θα γινόμουν.
Φέτος, μαζί με τη Λένια Σορόκου, τιμηθήκατε με το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου Κύπρου για τη συνολική προσφορά σας στο θέατρο. Πώς αισθανθήκατε στην τελετή βράβευσης;
Όταν σε βραβεύουν είναι πάντα ευχάριστο. Χαίρεσαι και καμαρώνεις και λίγο για τον εαυτό σου, αλλά σε αυτήν τη βράβευση συνέβη κάτι εξαιρετικό. Είχε δυο στοιχεία που δεν υπήρχαν σε άλλες περιπτώσεις. Το ένα ήταν το ότι ήμασταν μαζί με τη Λένια. Το δεύτερο ήταν η υποδοχή του κόσμου. Δεν το έχω ξαναδεί. Αυτό το πράγμα με κατασυγκίνησε και με έκανε να χαρώ. Ήταν νομίζω η πιο όμορφη βράβευση που είχα ως τώρα. Το γεγονός ότι σηκώθηκε ο κόσμος όρθιος και τον κοιτούσα γύρω-γύρω στους εξώστες να χειροκροτεί και να μη μας αφήνει να μιλήσουμε… ήταν συγκλονιστικό όλο αυτό.
Περνούσαν από μπροστά σας εκείνη τη στιγμή αυτά τα 52 χρόνια;
Ναι, και ήταν όμορφο. Ξέρεις το μεγαλύτερο αγαθό που μπορεί να απολαύσει ο άνθρωπος είναι να εισπράττει και να δίνει αγάπη. Αλλά το να εισπράττεις αγάπη είναι μεγάλη υπόθεση.
Κινηματογράφος, θέατρο, τηλεόραση σε Ελλάδα και Κύπρο, τα κάνατε όλα…
Ο κινηματογράφος μού αρέσει πάρα πολύ. Μετά το θέατρο, στην καρδιά μου έρχεται ο κινηματογράφος, ο οποίος έχει κάποιους κώδικες που όταν τους ανακαλύψεις δημιουργείται ένα όμορφο παιχνίδι.
Νιώθετε χορτασμένος επαγγελματικά;
Χορτασμένος νιώθω, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν θέλω να ξαναφάω. Θέλεις να βγαίνεις στη σκηνή. Αυτό το παιχνίδι με τον κόσμο είναι πολύ όμορφο.
Αλήθεια, σκέφτεστε καμιά φορά το ξεκίνημά σας;
Τι να σου πω τώρα, για το σχολείο στη Γιαλούσα όπου ανεβάζαμε παραστάσεις με τον Κατσαντώνη και τον Παπαφλέσσα; Πιτσιρικάς τώρα, 15 κιλά και έκανα τον Παπαφλέσσα. Μου άρεσε. Μετά ψωνίστηκα λίγο, πήγα στην Αθήνα, έδωσα εξετάσεις στο Εθνικό, ευτυχώς δεν πέρασα και μετά πήγα στη σχολή του Θεοδοσιάδη. Ταυτόχρονα έκανα χορό με τη Ζουζού Νικολούδη η οποία χορογράφησε τις ‘Όρνιθες’ του Κουν και με ‘τράβηξε’ εκεί. Έμεινα στο Θέατρο Τέχνης και τελείωσα τη Σχολή του.
Τι θυμάστε από εκείνη την περίοδο;
Εκείνη η περίοδος μέχρι το 1969, οπόταν έφυγα για να έρθω στην Κύπρο, ήταν και τα πιο παραγωγικά χρόνια του θεάτρου Τέχνης με περιοδείες στα μεγαλύτερα φεστιβάλ της Ευρώπης. Εγώ φυσικά ελάχιστα έπαιρνα χαμπάρι από όλα αυτά, αφού θεωρούσα ότι έτσι είναι τα πράγματα φυσιολογικά. Μετά συνειδητοποίησα όλο αυτό που συνέβαινε. Ήταν τα πιο δημιουργικά, τα πιο γεμάτα χρόνια της ζωής μου, μέχρι τώρα δηλαδή. Το να έχεις έναν Κάρολο Κουν να σε διδάσκει επί πέντε χρόνια -τόσα ήμουν εκεί- ήταν ένα μεθύσι, ένα άλλο ταξίδι.
Στην Κύπρο γιατί επιστρέψατε;
Είναι ο τόπος μου. Δεν μπορούσα να μείνω μακριά. Είχα και τους γονείς μου που ένιωθα ότι μεγαλώνουν και ήθελα να είμαι κοντά τους. Έκατσα δέκα χρόνια στην Κύπρο και έφυγα το 1981 με σκοπό να πάω για κάνα χρόνο στην Αθήνα για να φρεσκαριστώ. Τελικά έκατσα δέκα χρόνια. Δεν το μετανιώνω παρόλο που η Αθήνα με καταπιέζει πάντοτε, γι’ αυτό και την αποφεύγω κιόλας.
Ποιες στιγμές σας έχουν σημαδέψει επαγγελματικά όλα αυτά τα χρόνια σε Κύπρο και Ελλάδα;
Η πιο σημαντική περίοδος της ζωής ή της δουλειάς μου -πάνε μαζί αυτά- ήταν η περίοδος του Θεάτρου Τέχνης. Μετά, όταν ήρθα στην Κύπρο, το θεατράκι του ΡΙΚ επίσης ήταν μια άλλη σημαντική περίοδος. Στη συνέχεια έκλεισε το θεατράκι και δημιουργήθηκε ο ΘΟΚ, με όλη την ομάδα να κατεβαίνει για να επανδρώσουμε το Κρατικό Θέατρο. Ξεκίνησε λίγο περίεργα ο ΘΟΚ με τον Νίκο Χατζίσκο και ύστερα με τον Σωκράτη Καραντινό, οι οποίοι είχαν μια μουσειακή αντιμετώπιση του θεάτρου. Όταν όμως ανέλαβε ο Εύης Γαβριηλίδης, στον οποίο χρωστάμε πάρα πολλά όλοι οι άνθρωποι του θεάτρου, ο ΘΟΚ έζησε την πιο λαμπρή του περίοδο. Πηγαίναμε στην Επίδαυρο και γέμιζε το θέατρο. Και πονά τώρα να βλέπω τον ΘΟΚ να μην είναι σε εκείνα τα επίπεδα. Έχει δυνάμεις ο ΘΟΚ που θα μπορούσε να αξιοποιήσει, ώστε να ξαναβρεί την παλιά του δυναμική. Δεν θα κατηγορήσω κανένα. Τα άτομα που κουμαντάρουν τον ΘΟΚ κάνουν το καλύτερο που μπορούν, αλλά θα κατηγορήσω τα κόμματα, όπως τα κατηγορώ για το γεγονός ότι έχουν οδηγήσει την Κύπρο με την ψηφοθηρική τους πολιτική εδώ όπου βρισκόμαστε σήμερα.
Το κυπριακό θέατρο πώς το βλέπετε σήμερα;
Έχει πολλές ελπίδες. Υπάρχουν πολλά παιδιά που είναι πολύ πιο προχωρημένα απ’ ό,τι ήμασταν εμείς στην ηλικία τους. Το θέμα όμως είναι πώς θα προχωρήσουν αυτά τα παιδιά χωρίς στήριξη; Αυτά τα παιδιά που ξεκινούν να ανεβάσουν μια δουλειά με τα ψιλά που έχουν στην τσέπη, πρέπει να παίρνουν μια τέτοια επιχορήγηση που τους επιτρέπει και να κάνουν τη δουλειά τους σωστά και να αμείβονται.
Κύριε Κατσαρή συνεχίζετε να ονειρεύεστε;
Ναι, με περιορισμούς (γέλια). Δεν μας επιτρέπονται και πολλά όνειρα στον τόπο μας.
Απαισιόδοξο ακούγεται…
Αν πω ότι το όνειρό μου είναι να κάνω ένα ρόλο, είναι πραγματοποιήσιμο. Τολμώ να το ονειρευτώ. Αλλά τι άλλα όνειρα να κάνω; Δεν έχω και πολλές απαιτήσεις. Είμαι ένας άνθρωπος που περνώ με τα λίγα.
Και που συνεχίζει όμως να απολαμβάνει το ταξίδι στη σκηνή, έτσι;
Άμα είναι ωραίος και ο ρόλος… και πρέπει να σου πω πως απολαμβάνω πολύ αυτόν το ρόλο που κάνω τώρα, γιατί τον κρατώ, με οδηγεί, τον οδηγώ, οδηγούμαστε. Όταν λέμε παίζω θέατρο, αυτό δεν απέχει από την πραγματικότητα γιατί ουσιαστικά είναι ένα παιχνίδι. Και όπως το παιδί μαθαίνει από το παιχνίδι του, εμείς οι μεγάλοι μαθαίνουμε και διδασκόμαστε παίζοντας θέατρο και μαθαίνουμε κι εμείς τον εαυτό μας. Αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό, η πιο σημαντική ανταμοιβή που παίρνω από το θέατρο!

Info: Το ‘Παλάτι του Τέλους’ ανεβαίνει από τη Νέα Σκηνή του ΘΟΚ σε σκηνοθεσία Αντώνη Κατσαρή, Λένιας Σορόκου, Στέλας Φυρογένη και Νικολέτας Καλαθά. Τηλ.: 77772717.