Η ζωή των ‘φκιολάρηδων’ στην Κύπρο

“Και γιατί είναι σημαντικό να ξέρουμε για τη ζωή αυτών των ανθρώπων, πέρα από την τέχνη, τη μουσική τους;” ρωτώ τη Νικολέτα. “Γιατί οι ιστορίες της ζωής των φκιολάρηδων μάς δίνουν την εικόνα μιας Κύπρου που δεν υπάρχει πλέον” απαντά σχεδόν αμέσως.

Πρόκειται, όπως μου λέει, για ‘μια ξεχωριστή επαγγελματική τάξη, η οποία ακολουθούσε τους δικούς της κανόνες μαθητείας, πληρωμής κ.λπ.’ και η οποία άρχισε να φθίνει περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Η Νικολέτα Δημητρίου είναι εθνομουσικολόγος και τα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο μιας έρευνας για λογαριασμό του Oxford University όπου δουλεύει, προσπαθεί να καταγράψει -φτιάχνοντας μάλιστα κι ένα ντοκιμαντέρ που θα είναι έτοιμο πολύ σύντομα- τις ιστορίες της ζωής των φκιολάρηδων της Κύπρου.

Αφορμή για τη συνέντευξή μας αποτέλεσε μια διαδικτυακή καμπάνια που ‘έτρεχε’ στο Kickstarter για όλο τον Αύγουστο, μέσω της οποίας ήθελε να μαζέψει (και τα κατάφερε) 1000 λίρες, ποσό που θα χρησιμοποιήσει για την παραγωγή του πολύ σημαντικού αυτού ντοκιμαντέρ για τα έθιμα και τον πολιτισμό του τόπου μας. ‘Οι ιστορίες της ζωής των φκιολάρηδων μάς δίνουν την εικόνα μιας Κύπρου που δεν υπάρχει πλέον. Δεν είναι μόνο ιστορίες προσωπικές του Αντρέα, του Κωστή, του Γιαννή, αλλά είναι και οι ιστορίες της Κύπρου ως τη δεκαετία του ’60 και πιο συγκεκριμένα οι ιστορίες ξεχωριστών περιοχών ή χωριών στην Κύπρο στον 20ό αιώνα’.

Γιατί διάλεξες τους φκιολάρηδες και όχι για παράδειγμα τους λαουτάρηδες ή αυτούς που παίζουν πιθκιαύλι;
Κατ’ αρχάς να σου που πως, στην Κύπρο, ο όρος φκιολάρηδες δεν περιλαμβάνει αυστηρά μόνο όσους παίζουν βιολί. Εννοούμε συνήθως όσους παίζουν βιολί και λαούτο μαζί. Όταν έλεγε κάποιος πως θα καλέσει τους φκιολάρηδες στο γάμο του, για παράδειγμα, δεν εννοούσε κατ’ ανάγκη τον φκιολάρη μόνο του. Απλώς, επειδή ο φκιολάρης ήταν, αν θέλεις, ο αρχηγός του ντουέτου, του συνόλου, επικράτησε τελικά ο όρος ‘φκιολάρηδες’. Η έρευνά μου η τωρινή όντως ασχολείται παραπάνω με τους φκιολάρηδες, τους οργανοπαίκτες εννοώ που παίζουν βιολί, λόγω του ότι ως αρχηγοί του συνόλου συνήθως έχουν παραπάνω ιστορίες να πουν.

Γιατί θεωρείς πως είναι σημαντικό να καταγραφούν στοιχεία της ζωής τους και γιατί τώρα;
Γιατί τώρα μιλούμε με τους τελευταίους φκιολάρηδες που υπάρχουν στην Κύπρο, μιλούμε με τους τελευταίους ανθρώπους που έκαναν αυτή τη δουλειά. Ενώ λοιπόν η μουσική αυτών των ανθρώπων καταγράφηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα στα χρόνια, οι ιστορίες της ζωής τους, οι βιογραφίες τους, ο βίος και η πολιτεία τους, δεν καταγράφηκαν. Ως τώρα οι ερευνητές κοίταζαν μόνο τη μουσική τους. Τώρα όμως που πεθαίνουν οι τελευταίοι από αυτούς τους παππούδες, θα πεθάνουν μαζί και οι ιστορίες που έχουν ως μία ξεχωριστή επαγγελματική τάξη στην Κύπρο τον 20ό αιώνα.

Η ξεχωριστή αυτή επαγγελματική τάξη, λοιπόν, ακολουθούσε όπως προαναφέραμε τους δικούς της κανόνες μαθητείας και πληρωμής και αυτό είναι σίγουρα ένα στοιχείο που τους καθιστούσε μια τόσο ξεχωριστή κατηγορία μέσα στην κυπριακή κοινωνία. Αυτός δηλαδή που ήθελε να μάθει την τέχνη της φκιολαριτζιής, πήγαινε και έμενε με μάστρο για να κάνει μαθήματα, σε αντάλλαγμα με κάτι. Είτε θα έδινες λεφτά, αν είχαν οι γονιοί σου, είτε αν ήταν μάστρος σε χωριό θα έκανες μια δουλειά για να τον βοηθάς. Εάν ο μάστρος σου, ο φκιολάρης, ήταν και παρπέρης, θα βοηθούσες στο κουρείο, εάν ήταν καφετζής, θα σέρβιρες καφέδες. Οπότε, πολλές φορές τα τσιράκκια μάθαιναν δύο τέχνες μαζί. Σε ό,τι αφορά στην πληρωμή τώρα, όταν έπαιζαν σε πανηγύρια πληρώνονταν από το δίσκο, εισφορές ή πλουμίσματα όπως λέμε στα κυπριακά, ενώ στους γάμους, αν μιλάμε ως τη δεκαετία του ’60, επίσης έπαιρναν από το πλούμισμα, δηλαδή όσα τους έβαζαν στο πιάτο. Μάλιστα, σε ένα γάμο που κρατούσε 3-4 ημέρες, οι φκιολάρηδες έβγαζαν μεροκάματο που, στις περισσότερες περιπτώσεις, ήταν μεγαλύτερο από το μηνιάτικο του μέσου Κύπριου της εποχής. Όπως συμβαίνει και σήμερα σε αρκετές περιπτώσεις, έτσι και τότε η τέχνη του φκιολάρη ήταν σχετικά καλοπληρωμένη δουλειά.

Ποιος είναι ο κύριος λόγος που μπήκες στη διαδικασία να φτιάξεις το ντοκιμαντέρ;
Ο κύριος λόγος είναι φυσικά η καταγραφή. Να σου πω όμως ότι δεν είναι ντοκιμαντέρ που θα πάει στα φεστιβάλ, σίγουρα όχι, αφού είναι εθνογραφικό. Δεν μπορώ να πω πως είναι ακαδημαϊκού τύπου, είναι όμως όπως αυτά που πολλές φορές κάνουν οι ακαδημαϊκοί. Έχει σκοπό την καταγραφή. Ένας από τους σκοπούς όμως σίγουρα είναι να το δουν και αυτοί οι άνθρωποι που ακόμα είναι εν ζωή. Το λέω και το ξαναλέω γιατί από το 2005 που ξεκίνησα τη δουλειά με τους συγκεκριμένους μουσικούς, πάρα πολλοί έχουν φύγει.

Πότε θεωρείς πως θα είναι έτοιμο το ντοκιμαντέρ;
Η ελπίδα μας, αν όλα παν καλά, είναι ότι θα το έχουμε έτοιμο ως το τέλος της τρέχουσας χρονιάς. Σχεδιάζουμε να τελειώσουμε τις συνεντεύξεις μας μέσα του Σεπτέμβρη, μετά θα γίνει η διαλογή και το μοντάζ από τον Κωνσταντίνο Τερλικκά, με τον οποίο κάνουμε και την οπτικογράφηση, οπότε ελπίζουμε πως θα έχουμε μια πρώτη εκδοχή του ντοκιμαντέρ γύρω στα τέλη του 2015. Τώρα, τα γραπτά κείμενα θα καθυστερήσουν λίγο περισσότερο. Σε ό,τι αφορά στη διάρκεια, υπολογίζουμε και θέλουμε να είναι γύρω στα 45 λεπτά. Να πω τέλος πως, έστω και αν η βάση του ντοκιμαντέρ δεν θα είναι η μουσική αλλά τα άτομα που μιλούν, εντούτοις θα διανθίζεται από μουσική, εξ ου και στις συνεντεύξεις τούς ζητάμε να μας παίξουν κιόλας κάποια κομμάτια.