Κώστας Τσαγγαρίδης
Μουσείο Λουκίας και Μιχαλάκη Ζαμπέλα 19-24 Ιουν

‘Πριν από 41 χρόνια τέτοιες μέρες, μέρες καλοκαιριού, κανείς δεν περίμενε ότι σε λίγες εβδομάδες θα φυσούσε ο άγριος Βοριάς που στο διάβα του θα κατέστρεφε το μικρό μας παράδεισο, την αγαπημένη μας Εναλία Γη Κύπρο. Κι όμως, όλα θα άλλαζαν στη ζωή μας και ιδιαίτερα στη ζωή των 16χρονων αθώων εφήβων που περίμεναν πώς και πώς να ανδρωθούν. Κι όντως ανδρωθήκαμε, αλλά όχι όπως το περιμέναμε, όχι με τον πρώτο μας έρωτα, το πρώτο φιλί. Ανδρωθήκαμε με τη μυρωδιά των βομβών και του θανάτου’. Όταν κάποιες μνήμες μένουν αναλλοίωτες στην ψυχή είτε σε καταδυναστεύουν είτε σε ωθούν, μέσα από την ασχήμια τους, να δεις τα πράγματα διαφορετικά. Αυτό κάνει και ο Τσαγγαρίδης. ‘Κάποιοι από εμάς’ επισημάνει, ‘ξεπέρασαν εαυτόν και αυξεντιώθηκαν, όπως λέει και ο ποιητής, υπερασπιζόμενοι ότι ιερότερο: την Πατρίδα και την Οικογένεια’. Ουσιαστικά αναφέρεται σε έναν ωραίο και αγαπημένο φίλο του, τον Κωστάκη Μίτσιγκα, ο οποίος πρώτος έτρεξε το Σάββατο 20 Ιουλίου 1974, κατετάγη ως εθελοντής και ανέλαβε υπηρεσία στην πρώτη γραμμή πυρός στα φυλάκια του Αγίου Κασσιανού. ‘Έκτοτε’ παραδέχεται ο καλλιτέχνης, ‘υποσχέθηκα στον εαυτό μου κάποια μέρα να του μοιάσω. Αφού όμως δυστυχώς δείλιασα και πέρασαν τα χρόνια, το θεώρησα ως την ελάχιστη υποχρέωσή μου να τον τιμήσω μια μέρα με όποια μέσα διαθέτω’. Γι’ αυτό και παρουσιάζει 41 φωτογραφίες της Πράσινης Γραμμής της Λευκωσίας, όσα και τα χρόνια της κατοχής, σε μια έκθεση που ονομάζει ‘Παγωμένη Λευκωσία από το 1974’, με σκοπό τη δημιουργία ενός ταπεινού μνημείου στον Άγιο Κασσιανό, στο χώρο της θυσίας του φίλου και διπλανού του. ‘Ήταν δεν ήταν 16 χρόνων και έτσι πια θα τον θυμόμαστε, λεβέντικα θρασύ, αντικρίζοντας το θάνατο κατάματα’.