Κριτική
Nerium Park ****
Θέατρο Διόνυσος
Ένα σκληρό, ψυχολογικό θρίλερ του Josep Maria Mir? Coromina επέλεξε ν’ ανεβάσει το θέατρο Διόνυσος, από τη νέα σχολή θεατρικής γραφής της Καταλονίας, σε μετάφραση των Μαρία Χατζηεμμανουήλ και Δημήτρη Ψαρά της ελληνικής μεταφραστικής ομάδας Els de Paros (Οι Παριανοί).
Το έργο ‘κτίζει’ επάνω σε δύο καίρια ζητήματα της σύγχρονης ισπανικής κοινωνίας: την κερδοσκοπική φούσκα των απούλητων συγκροτημάτων πολυτελών διαμερισμάτων που γέμισε η Ισπανία και την ανεργία που κτυπά τους ανερχόμενους white-collar υπαλλήλους των μεγάλων εταιρειών, πάνω που πάνε να φτιάξουν οικογένεια. Ένα τέτοιο νεαρό ζευγάρι μετακομίζει σε έναν άδειο οικισμό πολυτελείας στα προάστια, και με τον ανυποψίαστο υλισμό τους, προσπαθούν να φτιάξουν το δικό τους προστατευμένο κόσμο. Αντ’ αυτού, το διαμέρισμα μετατρέπεται σταδιακά σ’ ένα αδυσώπητο σκηνικό οικογενειακής κατάρρευσης. Η ασυνεννοησία τους, οι διαφορετικές τους αξίες, κι η ανικανότητά τους να υπερβούν τις δυσκολίες, κορυφώνεται όταν ο σύζυγος μένει άνεργος, η σύζυγος έγκυος κι ένας περίεργος χαρακτήρας -άνεργος και άστεγος- κρατεί αθέατος παρέα στο σύζυγο. Για τη σύζυγο ο αθέατος φίλος γίνεται η μισητή πλευρά της παραίτησης, ενώ για το σύζυγο, που μάλλον τον έχει δημιουργήσει σαν δική του παραίσθηση μιας προσωπικής επανάστασης, τον βυθίζει όλο και περισσότερο στην απομόνωση, στην κατάθλιψη και τον παλιμπαιδισμό. Το τέλος αναπόφευκτα τραγικό και προβλεπτό παράλληλα, σε μια τέτοια ακραία πορεία.
Ο σκηνοθέτης Λέανδρος Ταλιώτης, που δηλώνει ότι θέλει να δοκιμάζει τα όρια μιας παραγωγής κι αναζητεί την πολιτική διάσταση στο θέατρο, στη συγκεκριμένη σκηνοθεσία του, προσδίδει στο θέαμα όλα τα στοιχεία ακρότητας ενός ψυχολογικού θρίλερ. Έντονες μουσικές, grange και garage ήχοι και ανάλογοι φωτισμοί δημιουργούν ατμόσφαιρα φόβου που συνοδεύουν εκρηκτικές ερμηνείες. Ξεκινά καινοτομικά την παράσταση με κουβαλητό μετακόμισης σ’ ένα σκηνικό (σκηνογραφία Θέλμα Κασουλίδου) φτιαγμένο αποκλειστικά, αλλά και σε λεπτομέρεια από χαρτόκουτα, βάζοντάς μας μέσα στη δράση. Επιχειρεί επίσης μικρές πινελιές σωματικού θεάτρου/physical theater, αλλά και σωρεία ρεαλιστικών δράσεων: συγύρισμα της κουζίνας, λεπτομέρεια στα ρούχα, στα σκουπίδια, στα ψώνια. Η υφολογική διαφορά που μπορεί να ξενίζει, γεμίζει τα κενά και τις παύσεις του λιτού υπαινικτικού διαλόγου, επεξηγεί την ψυχολογία των χαρακτήρων και τη διαδρομή τους και ενίοτε δημιουργεί πιο αφαιρετικούς συνειρμούς, όπως για παράδειγμα όταν τα χαρτόκουτα του καναπέ μετατρέπονται σε χαρτόκουτο σπίτι αστέγου -κατάλυμά του συζύγου, εν μέσω σαλονιού διαμερίσματος πολυτελείας!
Όντως δοκιμάζει πολλά ο σκηνοθέτης, πατώντας συχνά στα όρια, κι ευτυχώς οι ερμηνευτές του, Μαρίνα Αργυρίδου και Γιώργος Αναγιωτός, τον ακολουθούν με πάθος και σοβαρότητα σ’ ένα παιχνίδι μεγάλης λεπτομέρειας. Ομολογώ ότι χάρηκα, όταν ο σύζυγος έφερε το μπισκότο ως εκεί αλλά δεν το δάγκωσε και λυπήθηκα όταν η σύζυγος έφαγε νευρικά το πορτοκάλι που καθάριζε ενώ μ’ έπιασε πανικός με το μαρούλι που έκοβε (!) γιατί μεταξύ αφαιρετικού και ρεαλιστικού δεν ήθελα να το δω κι αυτό να πρωταγωνιστεί μαζί με τα αμέτρητα κουτάκια μπίρας! Κι είναι κάτι τέτοια μικρά που σου τη σπάνε στις παραστάσεις -μπορείς να τα αποκαλέσεις προσωπικό γούστο, μα είναι μικρά κερασάκια αισθητικής που είτε σου γυαλίζουν είτε σου θολώνουν την τέχνη της στιγμής. Το σίγουρο όμως είναι ότι το εύρος και η ένταση της σκηνοθεσίας και των ερμηνειών, αφήνει πολλούς θεατές άφωνους στο τέλος. Προσωπικά είχα την αίσθηση ότι παρ’ όλα τα πολλά και έντονα, οι θεαματικές κινήσεις, η επαναληπτικότητα, τα σκουπίδια δυο-τρεις φορές έξω-μέσα, τα περιεχόμενα του ψυγείου όλα έξω, μου έδιναν την αίσθηση μιας κάποιας υπερβολής που φλυαρεί τόσο που να διακόπτει ενίοτε το ρυθμό της ψυχολογικής ανηφόρας και του λόγου, να κουράζει το θεατή με τα σκαμπανεβάσματα, αλλά και να διαχέει το κοινωνικό επιχείρημα του έργου σε ερωτηματικά. Ίσως να ’ναι κέρδος κι αυτό.