Mois aussie Charlie
ΤΗΣ ΑΛΕΚΑΣ ΓΡΑΒΑΡΗ-ΠΡΕΚΑ
Πρώτα ήταν γροθιά στο στομάχι. Ύστερα τάση για εμετό. Ακολούθησε άδειασμα από κάθε αίσθηση, κενό. Αποχαυνωμένη, κεραυνόπληκτη πας σε δευτερόλεπτα μέσα Παρίσι, πνιγμένη κι εσύ στο αίμα. Όχι, δεν είναι εκείνη η σκηνή, δεκάδες χρόνια πριν, που παιδάκι σ’ έλουσε το αίμα του γονιού σου. Το έγκλημά του: Υπερασπίστηκε το δικαίωμα της έκφρασης άποψης. Όμως και τώρα η ίδια αστραπή, ο ίδιος κρότος, η ίδια μυρωδιά μπαρουτιού, τα ζεις ξανά. Χάμω, όπως κι εκείνος, δώδεκα άνθρωποι που μ’ ένα περιοδικό χάριζαν γνώση, σατίριζαν, στηλίτευαν, καυτηρίαζαν, πάλευαν για την ελευθερία του λόγου, για το δικαίωμα ν’ ακουστεί ο όποιος λόγος. Εκείνη η σκηνή σ’ ακολουθεί σε κάθε βήμα σου, ισόβια καταδίκη σε οδύνη.
Μοναδικός για σένα ο δικός σου γονιός, μοναδικά ξεχωριστοί, παγκόσμια, οι δώδεκα πένες, που δίδασκαν ήθος, πολιτισμό, ασυμβίβαστοι κι αδιάφθοροι, κόσμημα της γαλλικής πνευματικής ζωής. Μπροστάρηδες προφήτεψαν ακόμα και την κίνηση που θα τους στερούσε την ίδια τη ζωή. Μα οι ιδέες δεν πεθαίνουν. Μόνο θάβονται κάτω απ’ το χώμα, κι οι φονιάδες ξεχνάνε πως γίνονται σπόροι, βλασταίνουν κι ανθίζουν, ώσπου να σωριαστούν πάλι κάτω απ’ τις σφαίρες κάποιων παρανοϊκών που μπορεί να είναι φασίστες, μουτζαχεντίν, τζιχαντιστές, αναρχοκουμμούνια, χίλιοι χαρακτηρισμοί για το ον που επιμένει να λέγεται άνθρωπος. Συχνότερα με πρόσχημα μια θρησκεία και τις επιταγές της. Άντε να ρωτήσεις στ’ όνομα ποιου θεού έχει κανείς το δικαίωμα να σκοτώσει τον μικρό θεό του καλού που κρύβει μέσα του κάθε άνθρωπος. Οι καιροί μας, πιο πολύ από ποτέ, θρέφουν την οργή της αδικίας, της ταπείνωσης, της μισαλλοδοξίας. Κι αναρωτιέσαι: Στον καιρό της παγκοσμιοποίησης και της επικοινωνίας, ποιο κράτος πέτυχε κοινωνική δικαιοσύνη κι ανθρώπινη ζωή και για τον τελευταίο πολίτη του; Και ποια ΜΜΕ αναρωτήθηκαν ποτέ για το μερίδιο της ευθύνης τους στη σημερινή κατάντια, με την έξαρση της βίας, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο (αποτέλεσμα κυρίως της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης) και την προβολή και καλλιέργεια του φόβου για το διαφορετικό; Lifestyle, πλούτη κι ανέσεις που θαμπώνουν, περιφρόνηση για όποιον δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει αυτό τον τρόπο ζωής. Κι ο ξένος, που κυνηγημένος ψάχνει το κομμάτι της μοίρας (μερίδιο) στον ήλιο που δικαιούται αφού του ’τυχε να ’ρθει σε τούτο τον κόσμο, για να ζήσει όσα βλέπει θα γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης. Κι αν τα καταφέρει θα μεταμορφωθεί σε αδηφάγο ον, για να εξοφλήσει τους παλιούς λογαριασμούς του με τον εξευτελισμό και την ταπείνωση, ή θα γίνει υποχείριο όποιου του δώσει ένα όπλο κι εντολή να ξεκαθαρίσει δικούς του παλιούς λογαριασμούς.
Εκατομμύρια κλαίνε τους δώδεκα ξεχωριστούς ανθρώπους, που δεν έτυχε να σκοτωθούν σε μια μάχη, προζύμι στην ιδέα της αλλαγής του κόσμου (πόσο προζύμι πια, εκείνο το ψωμί θα φουσκώσει καμιά φορά;). Δολοφονήθηκαν άνανδρα. Σε λίγο η οργή για το άδικο θα καταλαγιάσει, θα μείνουν αυτοί που ορφάνεψαν από πρόσωπα αγαπημένα και θα κουβαλούν ματωμένες σκηνές, εφιάλτες στον ύπνο και τον ξύπνιο τους. Ποιος θα νοιαστεί να τους ρωτήσει πώς είναι η ζωή μετά από μια τέτοια απώλεια; Προσωπική κατάθεση: Κανείς! Δουλειά δική τους να την παλέψουν τη μοίρα που τους έλαχε. Δεν μένει λοιπόν παρά να πεις: «Είμαι κι εγώ ένας από αυτούς που θα υπερασπίζονται μέχρι θανάτου το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης άποψης, όπως το είπε κι ο Βολταίρος. Της ελευθερίας του λόγου, του όποιου λόγου, με σεβασμό στην ανθρώπινη υπόσταση. Γι’ αυτό: Mois aussi je suis Charlie».
1ΑΛΕΚΑ





