«H Aνατολή» - Βικτώρια Χίσλοπ

Όσο σκέφτομαι τον ενθουσιασμό και τη χαρά με την οποία όλοι χαιρετίσαμε την έκδοση του βιβλίου, που μας αφορά ως λαό και ως τόπο, τόσο πιο πολύ με παίρνει η απογοήτευση…



ΤΗΣ ΚΙΚΑΣ ΠΟΥΛΧΕΡΙΟΥ*
Κατ' αρχάς να συγχαρώ τον κ. Ανδρέα Μορφίτη για το εύστοχο άρθρο του για το βιβλίο «Ανατολή» της Βικτώρια Χίσλοπ και να δηλώσω πόσο με βρίσκουν σύμφωνη τα σχόλιά του αναφορικά με αυτό. Όσο σκέφτομαι τον ενθουσιασμό και τη χαρά με την οποία όλοι χαιρετίσαμε την έκδοση του βιβλίου, που μας αφορά ως λαό και ως τόπο, τόσο πιο πολύ με παίρνει η απογοήτευση. Εκεί που νομίζαμε πως θα είχαμε να λέμε για ένα μυθιστόρημα που να τοποθετεί με τη δύναμη της λογοτεχνίας τα πράγματα στην ορθή τους θέση και θα επανέφερε το θέμα της Αμμοχώστου ξανά στο προσκήνιο, μας ήρθε κάτι άλλο εντελώς διαφορετικό.
Η συγγραφέας, κάτω από ένα ομιχλώδες πέπλο συγκάλυψης και έλλειψης σωστής ιστορικής και κοινωνικής πληροφόρησης, επιλέγοντας τους πλέον αρνητικούς χαρακτήρες, παρουσιάζει τους Ε/κ ως σκληρούς, άπληστους, εκδικητικούς, ανέντιμους, αδίστακτους, κατακυριευμένους από τη μανία της χλιδής και του χρήματος να διαπράττουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Και διερωτώμαι γιατί η κ. Χίσλοπ δεν επέλεξε ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου της και κάποιους συγκροτημένους ανθρώπους, με ιδανικά και αξίες;
Δεν θα αναφερθώ στις ιστορικές ανακρίβειες -αυτές τις έχει παρουσιάσει ο κ. Μορφίτης- αλλά θα ασχοληθώ με κάποιες αναφορές της συγγραφέως στη ζωή του τόπου, τις σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, στα αισθήματα του λαού μας, τα οποία είτε από άγνοια είτε κατ' επιλογήν τόσο άδικα παρουσιάζει. Δεν θα αναφερθώ ούτε στη λογοτεχνικότητά του, μια και δεν το έχω διαβάσει στην Αγγλική, δεν μπορώ όμως να παραβλέψω το γεγονός ότι η όλη υπόθεση του έργου και η πλοκή είναι εξωπραγματική, ανυπόστατη, γεμάτη από στημένα γεγονότα, απλώς και μόνο για να μπορέσει η συγγραφέας να χρησιμοποιήσει αυτά που κάποιοι την πληροφόρησαν. Η όλη υπόθεση μαρτυρεί πως το βιβλίο γράφτηκε από έναν άνθρωπο που δεν έχει καμιά προσωπική εμπειρία, δεν ένιωσε την πραγματική συγκίνηση ούτε τα πραγματικά αδιέξοδα που έζησε ο κυπριακός λαός. Και έρχεται στο νου μου η ρήση του James Henry, «είναι αυτονόητο ότι δεν θα γράψεις ένα καλό μυθιστόρημα παρά μόνο όταν έχεις την αίσθηση της πραγματικότητας. Είναι όμως πολύ δύσκολο να σου δοθεί μια συνταγή για να δημιουργείς με αυτή την αίσθηση». Νομίζω πως αυτό έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση. Αλλιώτικα, πώς μπορεί η συγγραφέας να παρουσιάζει μια Κύπρια μητέρα, την Ειρήνη Γεωργίου, να συμπαθεί και να ανησυχεί για τον Χουσεΐν, ο οποίος μαχαίρωσε μέχρι θανάτου τον γιο της Μάρκο, να φτιάχνει την επομένη της ταφής του γιου της λουκουμάδες και δάκτυλα, για να περιποιηθεί τον δολοφόνο και την οικογένειά του; (σελ. 406).
Ξέρει η κ. Χίσλοπ πόσο βαθύ πόνο νιώθει μια Κύπρια μητέρα όταν χάσει το παιδί της και πόσο χρόνο θα πενθεί, όταν μάλιστα αναγκαστεί να τον θάψει χωρίς κηδεία στις τριανταφυλλιές ενός εγκλωβισμένου ξενοδοχείου, όπως αναφέρει; Και γιατί ο Μάρκος, ο τόσο γλυκός και συμπαθής νέος, ο οποίος ερωτεύεται παράφορα την Αφροδίτη, τη γυναίκα του μεγαλοεπιχειρηματία και ιδιοκτήτη του πολυτελέστατου ξενοδοχείου, μετά την εγκατάλειψη της πόλης μένει πίσω σε συνεργασία με τους Τούρκους στρατιώτες, αλλά και αδίστακτους, αγριάνθρωπους Ελληνοκυπρίους κι επιδίδεται σε ένα ανηλέητο ξεπούλημα των πανάκριβων κοσμημάτων της πολυαγαπημένης του; Με μια αίσθηση «σατανικής απληστίας» στο πρόσωπό του (σελ. 381) κάνει λαθρεμπόριο όπλων και ως «τέλειος ηθοποιός φοράει τη γοητεία όπως οι άλλοι άνθρωποι φορούν το πουκάμισο ή το παντελόνι τους». Σε αντιδιαστολή παρουσιάζεται ο Χουσεΐν -επίσης εγκλωβισμένος στην Αμμόχωστο- που όταν βρίσκει στο ίδιο ξενοδοχείο ένα πανάκριβο περιδέραιο της Αφροδίτης δυσκολεύεται να το πάρει γιατί δεν του ανήκει, παρόλο που βρίσκεται σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση (σελ. 408). Όταν στη συνέχεια ο Χουσεΐν αναγκάζεται να το πουλήσει για να μεταναστεύσει οικογενειακώς στην Αγγλία, ψάχνει στα πιο ακριβά καταστήματα για να βρει ένα παρόμοιο να το παραδώσει στην Αφροδίτη, η οποία ζει τώρα στο Λονδίνο. Μόνο έτσι θα μπορέσει να ησυχάσει (σελ. 456).
Ο εξευτελισμός του Μάρκου όμως δεν σταματά εδώ. Όταν η Αφροδίτη, τρελή από αγωνία για τον αγαπημένο της, με κίνδυνο της ζωής της αποφασίζει να πάει νύχτα στην Αμμόχωστο να τον συναντήσει και πέφτει στα χέρια των Τούρκων στρατιωτών, που την κακοποιούν και τη βιάζουν, ο Μάρκος, που ακούει τα ουρλιαχτά της και τα αναγνωρίζει, δεν κάνει ούτε το ελάχιστο για να τη γλυτώσει. Παραμένει απαθής και βυθισμένος στις δικές του δολοπλοκίες, ενώ ο Χουσεΐν, παρόλο που δεν τη γνωρίζει, θλίβεται, υποφέρει και νιώθει ενοχές γιατί δεν μπόρεσε να τη βοηθήσει (σελ 408).
Έχω την πεποίθηση ότι σε αυτό το βιβλίο οι Ε/κ ως ανθρώπινες οντότητες υποβιβάζονται και χάνουν την ηθική τους υπόσταση. Οι φιλάρεσκες κυρίες της Λευκωσίας κάθονται στα καφέ ξέγνοιαστες, με ακριβά συνολάκια και διαμάντια στα χέρια, φλυαρώντας αδιάφορα για όσα τραγικά συμβαίνουν γύρω τους. Ταυτόχρονα οι άνδρες, όπως ο ιδιοκτήτης του πολυτελέστατου ξενοδοχείου «Ανατολή», με μιαν ακατάσχετη μανία κέρδους, δηλώνουν ότι τα λεφτά είναι το παν και ονειρεύονται μόνο πώς θα επανακτήσουν τις επιχειρήσεις τους και τα χαμένα πλούτη τους (σελ.172, 207). Διάχυτη είναι η προσπάθεια της συγγραφέως να κρατήσει ένα ισοζύγιο ευθυνών ανάμεσα στις δυο κοινότητες και η έγνοια της μήπως κατηγορηθεί ότι μεροληπτεί υπέρ των Τ/κ, χωρίς όμως να το πετυχαίνει (σελ. 254, 169). Αναφέρεται στα δεινά των Ε/κ από τις ορδές του Αττίλα με γενικότητες. Μιλά για την εξόντωση των Τ/κ στη Μάραθα και το Σανταλάρι, ενώ αποσιωπά τις σφαγές και την εξόντωση ολόκληρων ελληνοκυπριακών οικογενειών και τους ομαδικούς τάφους σε Ορνίθι, Άσσια και αναρίθμητα άλλα μέρη. Θα μπορούσα ν’ απαριθμήσω πολλά άλλα αρνητικά, αμφιλεγόμενα σημεία στο βιβλίο της συμπαθέστατης κ. Χίσλοπ, δεν θα το πράξω όμως γιατί αναμένω από τον κάθε Κύπριο πολίτη που διαθέτει το ελάχιστο κριτήριο να διαβάσει προσεκτικά το βιβλίο, να έχει άμεση και προσωπική άποψη. Αρνούμαι όμως να παραδεχτώ ότι αυτό είναι ένα «εξαιρετικά ενδιαφέρον μυθιστόρημα, οι χαρακτήρες αξιολάτρευτοι, συμπεριλαμβανομένων και των κακών, και ότι η ανάγνωση τρέχει σαν νεράκι».
Θετικά στοιχεία στο βιβλίο, παρόλο που πολλές φορές ξεπερνά τα όρια, είναι οι αναφορές στις σχέσεις των Ε/κ και Τ/κ, καθώς και η άρνηση της Αφροδίτης να δεχτεί το ακριβό περιδέραιο που της πρόσφερε ο Χουσεΐν σε αντικατάσταση του δικού της που πήρε ο ίδιος (σελ. 462). Εν κατακλείδι, το βιβλίο αυτό όχι μόνο θα δικαιώσει στα μάτια του κόσμου την τουρκική εισβολή, αλλά θα μειώσει τον Ελληνισμό.
*Συγγραφέας