Το Τρίτο Στεφάνι ***
ΘΟΚ, Κεντρική Σκηνή
Για όσους δεν έχουν διαβάσει το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή, ‘Το Τρίτο Στεφάνι’ (1962) αποτελεί μία υπέροχη ανατομία της εθνικής παθογένειας της μητριαρχικής ελληνικής οικογένειας που γεννά, τρέφει, αλλά και σκοτώνει στο τέλος τα παιδιά της, σ’ όλο της το μεγαλείο. Επιπλέον, η μουσική του γλώσσα εισάγει μια, πρωτόγνωρη για την εποχή του, προφορική διάλεκτο της μικροαστικής τάξης του μεσοπολέμου. Μέσα από τις βιωματικές αφηγήσεις δύο γυναικών που ηθογραφούν την καθημερινό τους αγώνα για επιβίωση, σηματογραφούνται παράλληλα σημαντικά ιστορικο-πολιτικά γεγονότα που σφράγισαν την Ελλάδα το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Η δραματοποίηση του μυθιστορήματος, αποκαλούμενο και εν μέρει αυτοβιογραφικό, είναι η πρώτη και μεγαλεπήβολη παραγωγή της Κεντρικής Σκηνής του ΘΟΚ της φετινής σεζόν. Ένα δύσκολο θεατρικό εγχείρημα αλλά όχι πρωτοφανές, αφού έχει διασκευαστεί ξανά για το Εθνικό Θέατρο Αθηνών (2009) και φέτος από τη θεατρική ομάδα Carpe Diem (2014). Αυτή η νέα διασκευή του Σάββα Κυριακίδη -υπεύθυνος Τμήματος Δραματολογίου του Εθνικού Θεάτρου- που έγινε για τον ΘΟΚ, επιχειρεί μια αρκετά πιστή σκηνική μεταγραφή του βιβλίου, εξ ου και η τρεισήμισι ωρών παράσταση. Έτσι, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαριά, υιοθετείται εξαρχής η φόρμα της συγγραφικής αφήγησης στο πλάι, με καφέ, τσιγάρο και γραφομηχανή σας παρακαλώ, ενώ στο κέντρο αναπαριστώνται μια σειρά από εικόνες-σημαντικά στιγμιότυπα της ζωής των ηρωίδων του μυθιστορήματος, που εναλλάσσονται αρκετά γρήγορα κρατώντας το μύθο ζωντανό και σε εξέλιξη. Ο μύθος όμως δεν αρκεί στο θέατρο, η σύγκρουση και το δράμα είναι που ανεβάζουν την εσωτερική θερμοκρασία και εδώ, παρόλο τον εντυπωσιασμό των εικόνων, της κίνησης και της μουσικής, δεν ένιωσα μια τέτοια εσωτερική κορύφωση, αλλά αντίθετα μια συναισθηματικά επίπεδη απεικόνιση του μελοδράματος. Ερμηνευτικά το ύφος ήταν ιδιαίτερα προσεγμένο αλλά και τόσο διακριτικό, υποτονικό, εξωτερικό ακόμη θα ’λεγα, πιστό μόνο στην εικόνα, όπου ακόμα και η ιδιαίτερη γλώσσα του Ταχτσή, που είμαι σίγουρη ότι είναι πόλος έλξης για πολλούς θεατές, δεν ακούστηκε στο μεγαλείο της. Για παράδειγμα στα στιγμιότυπα αφήγησης από Φυρογένη και Τσέλεπο, που πρόσφεραν κλασικά την ευκαιρία για αλλαγή σκηνικού, ο λόγος, η ειρωνεία και η συγγραφική κριτική τους όχι μόνο δεν ακουγόταν μέχρι τις πίσω θέσεις που καθόμουν αλλά και σκηνοθετικά δεν καταλάμβανε τον όγκο και τη σημασία που χρειαζόταν για να νιώσουμε ξεχωριστά το λόγο του συγγραφέα και ξεχωριστά των χαρακτήρων του. Ακόμα όμως και στον πρωταγωνιστικό λόγο, μου έκανε εντύπωση ότι ο θρήνος της Εκάβης στο θάνατο του αγαπημένου γιου ήταν φωνητικά περιορισμένος εκεί όπου ανέμενες να σε συνταράξει επιτέλους στο θάνατό του, κι αυτό μόνο σε σκηνοθετική οδηγία μπορώ να το αποδώσω, γιατί η Σαντοριναίου είναι γνωστή για το εύρος και την τραγικότητα της φωνής της.
Η σημασία της εικόνας στην παραγωγή φαίνεται και από την επιλογή και συνεχή εναλλαγή σκηνικών, σε σκηνογραφία Εδουάρδου Γεωργίου. Ένα συνεχές παιχνίδι από το εσωτερικό αστικού σπιτιού με υποτυπώδη καμάρα ζωγραφισμένη σε χαρτόνι, φωτισμένα υπνοδωμάτια, εξωτερικά παγκάκια, κρεβατοκάμαρες, πορνεία κ.λπ., όλα σε κάποιου είδους ρεαλιστικού προφίλ του μεσοπολέμου. Αντίθετα στο δεύτερο μέρος, το backdrop αντικαθίσταται με μια απροσδιόριστης σημασίας μοβ κουρτίνα, ενώ μπροστά περιδιαβαίνουν σπιτάκια, αυλές, υπνοδωμάτια. Όλο αυτό το φιλόδοξο έμπα-έβγα σκηνικών και αντικειμένων -ακόμα και η πριγκίπισσα Ελλάδος (!) με τα σπασμένα ελληνικά περιφερόταν σε τροχοφόρο- που πλαισιώνουν τις ερμηνείες μπορεί για κάποιους να είναι ευχάριστο σαν θέαμα, προσωπικά το βρήκα και κουραστικό, και αποπροσανατολιστικό. Τα κοστούμια από την άλλη ήταν πιο λιτά, σωστά στη σημασία τους και την κομψότητά τους. Η μουσική της Ρεμπούτσικα με το γνωστό της μελαγχολικό ήχο συνταίριαζε με το θέμα, χωρίς όμως να προσφέρει ιδιαίτερη ανάταση ή να προσλαμβάνει εξέχουσα σημασία στο θέαμα. Αντίθετα η κινησιολογία της Λίας Χαράκη προσέδωσε πραγματικά ανεπαίσθητο στυλ και χάρη κίνησης στις ομαδικές σκηνές, εκεί όπου η σκηνοθεσία δημιουργεί ένα assemblage χαρακτήρων κινούμενων στο χώρο δίνοντας την αίσθηση της κοινωνίας και όχι του μεμονωμένου.