Κυριάκος Μάτσης
(19 Νοεμβρίου 1958)
(Για του Ουρανού το Σύνθρονο, με τους Πρωταρχαγγέλους)


Από τους Πρωταρχάγγελους, που όρκο πρώτοι εδώκαν,
με εκλεκτούς Πρωτόκλητους, στ’ Άνω Αρχονταρίκι,
μαζί κι εσύ, πρωτόβλαστος της θρυλικής ΕΟΚΑ…
Σαλπίζοντας το θούριο «Για θάνατο-Για νίκη»!

Δίπλα στον μέγα Διγενή, τον Πρωτοπολεμάρχη,
τον θεμελιό και την κορφή του επικού Αγώνα,
βρέθηκες, Μάτση, σύγκαιρα στην πρώτη κιόλας μάχη…
Σαν Μιλτιάδης Κύπριος, στον νέο Μαραθώνα.

Ηρωομάρτυς Κυριακέ και πολεμάρχα Μάτση,
με λόγο κι έργο δίδαξες και με το αίμα ακόμη,
πως: «Για να πάψει να 'μαστε, του Άγγλου οι παλιάτσοι…
Θυσίες θέλει η Λευτεριά, με αρετή και τόλμη»!

Στην κόλαση του κάτεργου, στη φρίκη του βασάνου,
ένα σου «ναι», αν πούλαγες, χρήμα θα ΄χες βαρβάτο.
Όμως, αψύ το «όχι» σου, στα μούτρα του τυράννου:
«Αγώνας περί αρετής…όχι περί χρημάτων»!

Με τις κακώσεις πρόδηλες, ολούθε στο κορμί σου,
πασκίζεις πως ν’ απαλλαχτείς από χειρών αδίκων.
Ώσπου, δραπέτης πέταξες, με την τρανή ορμή σου…
Για της τιμής, το ακριβό του όρκου, το προσήκον!

Και μόνος και μετά πολλών, για της Φυλής το Τάμα
δρασκέλισες κάμπους, βουνά, τον τύραννο χτυπώντας.
«Μη τοις βλεφάροις νυσταγμός», μήτε στον κόπο στάμα…
Το φρόνημα, τροχίζοντας συνείδησες, ξυπνώντας!

Μα κλούθαγε ο Χάροντας, στ’ αχνάρια που πατούσες…
Σού ΄δειχνε εκείνος πεθυμιά, τού ΄δειχνες καταφρόνια.
Εκείνος, σ’ αποζήταγε κι εσύ, τον προκαλούσες…
Μέχρι που ανταμώσετε, στα «μαρμαρένια αλώνια».

Σταλμένος πια ο Χάροντας, πώς και να μη σε εύρει;
Αφού χέρια αργυρώνητα, στη στράτα σου τον σπρώξαν.
Και μες στο καταχείμωνο, δεκαεννιά Νοέμβρη…
Παίρνει ο Χάρος τ’ άχαρα, παίρνεις κι εσύ τη δόξα.

Γιγαντομάχος Σταυραετός, σ’ ανταριασμένα πλάτη
βρόντηξες το «Μολών Λαβέ», ω νέε Λεωνίδα.
Κι απ’ της θυσίας τη βροντή, σε μάχη υπερτάτη…
ρείθρο το αίμα και σπονδή, στη γαλανή Πατρίδα!

Με φτερωμένη την ψυχή και την καρδιά πυρφόρα,
έπεσες για τη Λευτεριά, καημός της Ρωμιοσύνης.
Σαν Προμηθεύς, που πέταξε σε ευλογημένη ώρα…
να φέρει απ’ τον Όλυμπο, το φως της δικιοσύνης!

Σαν έτοιμος από καιρό, σαν εύορκος στρατιώτης,
τα βέλη καλοτόξεψες άδειασες τη φαρέτρα.
Και νυν, «εν ταις οπαίς της γης», υπέραθλος δεσμώτης…
Πλαταίνεις, με ένθεη στραψιά, της αντρειάς τα μέτρα!

Ω της Κερύνειας Σταυραετέ και του Πενταδακτύλου
βλαστάρι του Παλαιχωριού και Τύμβος του Δικώμου.
Την Κύπρο μας ανέβασες και πιότερο τ’ αψήλου…
καθώς το κεφαλόσκαλο περνάς, του Ουράνιου δρόμου!

Οι βόμβες σε κομμάτιασαν κι ο δήμιος κορακίζει.
Όμως, το πνεύμα αλώβητο κι άκαμπτο, μέχρι τέλους
με φωτοστέφανη μορφή, προς τα άνω αρμενίζει…
Για του Ουρανού το Σύνθρονο, με τους Πρωταρχαγγέλους!

Το πνεύμα, άστρο τηλαυγές. Ηρώο, η μορφή σου.
Το σπαραγμένο σώμα σου, στης Φυλακής μιαν άκρη.
Τι κι αν οι Άγγλοι «κιότεψαν», ως και για την ταφή σου…
Ύμνος, της δάφνης το φιλί δρόσος, μυρτιάς το δάκρυ.

Κι η παγερή ταφογωνιά, ωστόσο, καθαγιάστη
με αίμα, σάρκα και οστά, Ηρώων-Πρωταρχαγγέλων.
Στους δεκατρείς, δωδέκατος ο Μάτσης ενταφιάστη…
Δένοντας εθνικό παρών, με παρελθόν και μέλλον.

Η Κύπρος, περανέβηκε στης Δόξας το κονάκι
κορμοστασιά ορθόστηθη, ματιά με δίχα αντήλιο.
Λάκτισε, κιόλας, της σκλαβιάς τη χειμερία νάρκη…
Για ν’ αντικρύσει πέρφανη, της Λευτεριάς τον ήλιο!

Ε. Ε. Ευαγγελάκης
ΠΟΡΕΙΑ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ
ΤΟΜΟΣ Γ' (Μεγαλώνυμες Ώρες)
(208-209)