Κριτική
Δωδέκατη Νύχτα ***
Σατιρικό Θέατρο

Υπάρχει καλύτερο μάθημα θεάτρου απ’ αυτό που προσφέρει η εμπειρία της σκηνής; Ίσως όχι, και στο Σατιρικό θέατρο πάντως αυτό πρέπει να πιστεύουν, γιατί συχνά βλέπουμε ασκούμενους φοιτητές της Σχολής Βλαδίμηρου Καυκαρίδη να συμμετέχουν στις θεατρικές παραγωγές του θιάσου. Αυτή τη φορά, στην Κάτω Σκηνή του υπογείου, άλλος ένας νεαρός σκηνοθέτης, ο Λέανδρος Ταλιώτης, καθηγητής επίσης στη Δραματική Σχολή, στήνει ένα σύγχρονο θέαμα, με απόλυτα νεανική προσέγγιση και πρωταγωνιστές αποκλειστικά νέους ηθοποιούς, φοιτητές ίσως. Έτσι, χωρίς ξεκάθαρη αναφορά, μέσα στο πνεύμα της Σαιξπηρικής εξαπάτησης του έργου, η παραγωγή αξιώνει από τους δεκαεπτά (!) ερμηνευτές του πρακτική παράστασης με απαιτήσεις σωματικού, μουσικού, κωμικού θεάτρου και από τους θεατές του αποδοχή του πειραματισμού ενός άπειρου συνόλου, με εμφανείς ατομικές αδυναμίες κι ελαττώματα, αλλά με αντιστάθμισμα τη νεανική φρεσκάδα και τρέλα. Μία σύμβαση που γίνεται αντιληπτή όταν έχεις ήδη κόψει το εισιτήριό σου, κι αν είσαι στα κέφια σου σαν θεατής, μπορεί ακόμα και να γελάσεις προκαταβολικά με τους Τσακ Νόρις και Τσάκι Τσαν, δηλωμένοι ως φωτιστής και χορογράφος αντίστοιχα στο πρόγραμμα -alias του σκηνοθέτη ίσως;- που λειτουργεί τα του ήχου και φωτισμού.
Η γλυκόπικρη, περιπετειώδης κωμωδία του Σαίξπηρ ξεκινά χαρακτηριστικά με τρικυμία που ξεβράζει ναυαγούς στην ξένη ακτή της Ιλλυρίας, το τέλειο άλλοθι παραδοξότητας για το παράταιρο ερωτικό τρίγωνο που αναπτύσσεται, κι αναδεικνύει πάνω απ’ όλα τη δύναμη της ερωτικής έλξης πέρα από φύλα και παρενδυσίες…Η φαντασιακή υπερβολή, η χοντροκομμένη πλάκα, η επίφαση του παράλογου γίνονται όλα πεδίο εξερεύνησης και άσκησης σκηνοθέτη και συντελεστών. Η εισαγωγή μεταμφιέζεται σε ένα χορευτικό πάρτι, κάτι σαν disco-τιτανικός πριν το βύθισμα. Γνωστά τραγούδια και ξέφρενος χορός δημιουργούν ατμόσφαιρα και ανεβάζουν προσδοκίες. Εντυπωσιακές εικόνες, φωτισμοί, μουσική και τραγούδια ακολουθούν και πλαισιώνουν ερμηνείες. Δεν αναμένεις βέβαια να σε καθηλώσουν οι μεγαλειώδεις ρομαντικοί στοίχοι του Σαίξπηρ σε τέτοια διασκευή, αλλά το σίγουρο είναι ότι ο σκηνοθέτης, με όποια μετάφραση ή παράφραση χρησιμοποιεί, καταφέρνει να διδάξει σωστά το λόγο. Χαίρεσαι ν’ ακούς ενεργοποιημένους νέους, παρασυρμένους από τη διασκευή τους, να επιδεικνύουν αυτοπεποίθηση και παρ’ όλη την τυποποίηση ρόλων να εκφράζουν προσωπικές ευαισθησίες, που δεν είναι μικρό κατόρθωμα σε τέτοιο επίπεδο. Το θέαμα δεν είναι ισότιμο σε όλα τα μέρη του, κουράζει σε αρκετά σημεία, και η κωμωδία δεν αποφέρει πάντα το επιθυμητό γέλιο. Ερμηνευτικά ξεχωρίζει ο Φέστε της Αθηνάς Σάββα, που λειτουργεί και σαν συνδετικός κρίκος μεταξύ σκηνών, ρόλων και κοινού, διατηρώντας την ένταση και το ενδιαφέρον στην ερμηνεία της και ικανοποιεί στο τραγούδι και κίνηση.