Η Αννιτα της καρδιας
Το 1982, η Αννίτα Σαντοριναίου ακολούθησε τη φωνή της καρδιάς της κι ήρθε στην Κύπρο. Τριάντα δύο χρόνια μετά, η μεγάλη κυρία του κυπριακού θεάτρου, αισθάνεται χορτάτη από την αποδοχή του κόσμου, αλλά αχόρταγη για όλα όσα θα ήθελε ακόμα να επιτύχει.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΚΛΕΑΝΘΗΣ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
STYLING: ΣΟΦΙΑ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ
ΜΑΛΛΙΑ: MOJO HAIR STUDIO
ΜΑΚΙΓΙΑΖ: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΧΙΝΙΑΝ (MADEMOISELLE ΑESTHETIC CENTER)
Φορά κόκκινο παλτό. Της ταιριάζει πολύ αυτό το χρώμα. Κάθεται απέναντί μου και ανάβει τσιγάρο. Είναι πολύ πιεσμένη αυτή την περίοδο. Ετοιμάζεται να δώσει σάρκα και οστά στην κυρά Εκάβη, την ηρωίδα του Κώστα Ταχτσή από το μυθιστόρημα Το Τρίτο Στεφάνι (που έκανε πρεμιέρα πριν από μερικές ημέρες στην κεντρική σκηνή του ΘΟΚ). Τα μάτια της υγραίνονται, όταν μου μιλά γι’ αυτή τη γυναίκα. Γίνεται μια πάλη μέσα της, ώστε Αννίτα και Εκάβη, να γίνουν ένα. Βρισκόμαστε σε ένα μικρό εργαστήρι τέχνης στη Λευκωσία. Νοέμβριος, βράδυ Τρίτης. Έξω κάνει ψύχρα. Γύρω μας πίνακες ζωγραφικής και καλόγουστα vintage αντικείμενα θυμίζουν σκηνικό βγαλμένο από μια άλλη εποχή. «Πόσο της ταιριάζει αυτός ο χώρος» σκέφτομαι. Και η ίδια θυμίζει ηρωίδα μιας άλλης εποχής. «Έχετε ενσαρκώσει σπουδαίες γυναίκες στο θεατρικό σανίδι. Αλήθεια, η δικιά σας αγαπημένη ηρωίδα, ποια είναι;» τη ρώτησα. «Δεν υπάρχει μία. Πώς θα μπορούσε άλλωστε. Η προσωπική μου ηρωίδα είναι κομματάκια, ‘κουρελάκια’ από πολλές ηρωίδες, που ασφαλώς έχουν επιδράσει και έχουν επηρεάσει τη ζωή όλων εμάς των ηθοποιών και που επηρεάζει ασφαλώς και τον τρόπο που σκεφτόμαστε». Η κυρά Εκάβη δεν ήταν ένας ρόλος απωθημένο της. «Δεν τον είχα σκεφτεί το ρόλο της Εκάβης στο παρελθόν. Τώρα δεν κάνω τίποτα άλλο από να την ονειρεύομαι... Αγαπώ τις αδυναμίες της Εκάβης μου. Την οδύσσειά της. Θεωρώ πρόκληση πάνω σε αυτό το χαρακτήρα το συγκερασμό ανθρώπου και συμβόλου». Βγάζω από την τσάντα μου ένα κομμάτι χαρτί και της διαβάζω ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη του Κώστα Ταχτσή αναφορικά με το Τρίτο Στεφάνι, ένα μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πριν από 52 χρόνια. «Όπως όλες τις ‘πατρίδες’ έτσι και την Ελλάδα τη φανταζόµαστε και την παριστάνουµε, παραδόξως, σαν γυναίκα. Μια γυναίκα ταυτίζεται µε την ίδια την Ελλάδα. Όταν διαµαρτύρεται και κλαίει, διαµαρτύρεται και κλαίει η Ελλάδα. Κι εγώ ακριβώς αυτό ήθελα να κάνω -να βάλω την Ελλάδα να κλάψει, να κλάψω την Ελλάδα, να κλάψω µε την Ελλάδα». 52 χρόνια μετά, τα πράγματα δεν φαίνονται και πολύ πιο αισιόδοξα για το έθνος μας. Κλαίμε ακόμα, γι’ άλλους λόγους φυσικά σήμερα. Τις πταίει τελικά; Γιατί τόση στεναχώρια; Είναι στο DNA μας η απαισιοδοξία; «Κάθε πατρίδα είναι μάνα. Η μάνα είναι γένους θηλυκού. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο καθόλου, ούτε και τυχαίο βέβαια που ο Ταχτσής τη βάφτισε Εκάβη την κυρά Εκάβη του. Η μάνα Εκάβη σαν αρχαιτυπική μορφή στην τραγωδία, είναι η μάνα που έχασε πενήντα γιους. Τα έχει χάσει όλα. Κι η κυρά Εκάβη τα χάνει λίγα-λίγα, όλα. Πώς λοιπόν να μην κλάψει κι η ίδια και ο σύγχρονος δημιουργός της μαζί; Τις πταίει; Λένε πως ο χαρακτήρας προδιαγράφει το πεπρωμένο. Μήπως όμως και οι συγκυρίες διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και το πεπρωμένο της Εκάβης ή και της Ελλάδας; Όσο για την απαισιοδοξία που έχουμε στο DNA μας, θα έλεγα πως καθόλου δεν το νομίζω αυτό. Σαν έθνος, αντιθέτως θα έλεγα, ότι έχουμε το ιαματικό φως της Μεσογείου στο αίμα μας. Άλλοτε μας ζεσταίνει και άλλοτε μας τσουρουφλίζει και μας καίει. Όμως όσο κι να μας γονατίζουν τα όποια... σκοτάδια, η άλλη μέρα ξημερώνει το φως. Αυτή είναι και η τρέλα μας κι η λεβεντιά μας. Όμως αυτός είναι κι ο κίνδυνός μας. Η ευκολία να ξεπερνάμε το κακό, μας κάνει να θέλουμε γρήγορα το εύκολο. Μας κάνει ανυπόμονους και καθόλου μεθοδικούς. Μας κάνει να ξεχνάμε αυτό που είπαν οι σοφοί πρόγονοί μας. Πως τα αγαθά κόποις κτώνται». Η Αννίτα Σαντοριναίου είναι από τις γυναίκες που μεγαλώνουν όμορφα. Η ίδια νιώθει αμήχανα που καλείται σήμερα να ενσαρκώσει ηλικιακά πιο ώριμους ρόλους και πόσο την τρομάζει το πέρασμα του χρόνου; «Η αλήθεια είναι ότι όταν πρωτοβγήκα στο Θέατρο Τέχνης κλήθηκα να κάνω μεγάλες ηλικίες. Έτσι αμηχανία θα έλεγα ότι μου έφερε ο ερχομός μου στην Κύπρο κι η ανάθεση πολύ νεαρών -ανάλογων με την ηλικία μου τότε- ρόλων. Νομίζω ότι έχω εξοικειωθεί με το ότι μεγαλώνω. Αλλά αυτό δεν παύει να σημαίνει πως είμαι άνθρωπος κι ασφαλώς όπως τον κάθε άνθρωπο, με τρομάζει και μένα το πέρασμα του χρόνου». Αν μπορούσα να παρομοιάσω την Αννίτα Σαντοριναίου με μια ηθοποιό του Χόλιγουντ, αυτή θα ήταν η Μέριλ Στριπ. Την παραπέμπω στο κείμενο «Δεν έχω υπομονή» που έγραψε η τρεις φορές βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιός και τη ρωτώ, αν μετά από τόσα χρόνια στην πρώτη γραμμή του θεάτρου, έφτασε κι η ίδια στο σημείο να πει «αρκετά» και να πάρει αποστάσεις ασφαλείας από όλα όσα της κάνουν κακό. «Λατρεύω τη Μέριλ Στριπ. Πιστεύω πως είναι η γυναίκα αυτοκράτειρα-ηθοποιός. Θα συμφωνήσω μαζί της, διαφωνώντας. Μεγαλώνοντας χάνεις την υπομονή σου για διάφορα πράγματα. Από προσωπική μου πείρα όμως, θα έλεγα πως σε αρκετά πράγματα, σαν νέα, δεν είχα την υπομονή που σήμερα, μέσα από τις εμπειρίες της ζωής μου, έχω αποκτήσει και νιώθω πως η υπομονή κι η επιμονή, μπορούν να διαπεράσουν τον κυνισμό και ό,τι άλλο μπορεί να με δυσαρεστεί και να με πληγώνει. Φυσικά αυτό δεν είναι πανάκεια. Δεν είναι το μαγικό ραβδί που θα απομακρύνει σε όλες τις περιπτώσεις τη δυσαρέσκεια, ακόμα και πληγές. Όμως αυτή είναι η ζωή, το καλό και το κακό». Λέει ανοιχτά πια τη γνώμη της; «Νομίζω ότι έλεγα πάντα τη γνώμη μου ανοιχτά και καθαρά. Ίσως αυτό να με έβλαψε αρκετές φορές κι άλλες να με ωφέλησε. Όμως σήμερα εδώ που βρίσκομαι σκέφτομαι πως το να πεις ορθά κοφτά τη γνώμη σου, ίσως και να κάνει κακό στο σκοπό σου. Και τι άραγε έχει την πιο μεγάλη σημασία: η γενναιότητα τού να πεις τη γνώμη σου ή επίτευξη ενός σκοπού; Αυτή τη σκέψη μου την καταθέτω ως ισορροπία, όχι ως υστεροβουλία». Στην Κύπρο ήρθε το 1982. «Καρδιά ή λογική; Τι ήταν αυτό που καθόρισε τη μέχρι τώρα διαδρομή σας;» τη ρώτησα. «Θα έλεγα το πρώτο. Η καρδιά. Όταν έφυγα από την Ελλάδα, με την καρδιά έφυγα. Άφησα πίσω οικογένεια, φίλους, το σπίτι μου, τις συνήθειες μου, την καριέρα μου στο καλύτερο τότε Θέατρο της Ελλάδας (το Θέατρο Τέχνης), έκανα τους γονείς μου να πονέσουν, τον δάσκαλό μου τον Κάρολο Κουν να πικραθεί και να εξοργιστεί, αλλά η καρδιά δεν μου άφηνε περιθώρια. Αυτή νικούσε. Αργότερα μπήκε στη ζωή μου η λογική και παρόλο που άνθρωπος της καρδιάς είμαι, η λογική και καρδιά σήμερα συμβαδίζουν, συνεργάζονται, με καλά αποτελέσματα. Το μέλλον, Κλεάνθη, προβλέπεται... καρδιο-λογικό. (Γέλια)». Ο Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ είπε ότι «αγάπη δεν σημαίνει να κοιτάζονται δύο άνθρωποι στα μάτια, αλλά να βλέπουν προς την ίδια κατεύθυνση». Είναι ο Γιώργος Μουαΐμης ο συνοδοιπόρος της σε αυτό το ταξίδι που λέγεται τέχνη και ζωή; «Είναι» μου λέει χωρίς δισταγμό. «Φυσικά και αυταπόδεικτα. Και κοιτάμε κι οι δύο στην ίδια κατεύθυνση. Στον έρωτά μας για το θέατρο και τη ζωή». Η Αννίτα Σαντοριναίου είναι μια ηθοποιός που έχει αγαπηθεί όσο λίγες από το κυπριακό κοινό (και όχι μόνο). Νιώθει άραγε χορτάτη από επιτυχία; «Αν επιτυχία εννοείς την αποδοχή του κοινού και την αγάπη του, είμαι αναμφίβολα, αναντίλεκτα, πολύ χορτάτη. Αλλά είμαι αχόρταγη για όλα όσα θα ’θελα να επιτύχω αύριο, όσον αφορά στην ανασκαφή της δουλειάς μου και τις νέες ανακαλύψεις μου. Πιστεύω πως η επιτυχία στη δουλειά μας, είναι ένα στοίχημα αυστηρά προσωπικό, που πετυχαίνεται με κόπο και στη συνέχεια προσφέρει ‘εφήμερη’ χαρά. Αύριο η χαρά αυτή δεν είναι πια παρά γλυκιά ανάμνηση. Και εσύ μόνος... και προχωράς». Της ζητώ να μου πει ποιος μπορεί να είναι ο επόμενος μεγάλος ρόλος της καριέρας της. «Αυτός που θα αντλήσει και θα διυλίσει ότι κατάλαβα. Ό,τι έζησα και ζω. Αυτός που θα είναι ο καλύτερος, ο βαθύτερος, ο σοφότερος από τον προηγούμενο». Η υστεροφημία είναι βασικό ζητούμενο για πολλούς καλλιτέχνες. Αλήθεια, για ποιο απ’ όλα όσα έχει κάνει θα ’θελε να τη θυμούνται; «Η τέχνη μας, είναι δυστυχώς θνησιγενής Κλεάνθη... Κι οι συγκαιρινοί μου, μόνον αυτοί θα μας θυμούνται. Αργότερα... Χμ... Δεν υπάρχει αργότερα, έχει πεθάνει. Από τη στιγμή που κατεβαίνει μία παράσταση ή που τελειώνει η βραδιά μιας παράστασης, έχει τελειώσει κι αυτό. Για ποιο πράγμα θα ήθελα να με θυμούνται; Ως έναν δίκαιο και καλό άνθρωπο και σαν έναν ταγμένο εργάτη του θεάτρου». Πήγε αργά. Θα μπορούσα να μείνω μαζί της για ώρες. Είπαμε καληνύχτα και αφήσαμε τα υπόλοιπα για μια μελλοντική μας συνάντηση. «Τελικά η Αννίτα ‘άφησε’ την Ελλάδα ή η Ελλάδα την Αννίτα;» τη ρώτησα για το τέλος. «Η Αννίτα και η καρδιά της άφησαν την Ελλάδα... και την κρατά σφιχτά μέσα στην καρδιά της».
Λεζάντες
«Δεν τον είχα σκεφτεί το ρόλο της Εκάβης στο παρελθόν. Τώρα δεν κάνω τίποτα άλλο από να την ονειρεύομαι...»
«Όταν έφυγα από την Ελλάδα, με την καρδιά έφυγα. Άφησα πίσω οικογένεια, φίλους, το σπίτι μου, τις συνήθειές μου, την καριέρα μου»
«Είμαι αχόρταγη για όλα όσα θα ’θελα να επιτύχω αύριο, όσον αφορά στην ανασκαφή της δουλειάς μου και τις νέες ανακαλύψεις μου».
ΑΝΝΙΤΑ ΣΑΝΤΟΡΙΝΑΙΟΥ





