Κριτική
La Cage aux Folles ****
Θέατρο Ένα
Η γνωστή γαλλική φάρσα του Jean Poiret για το gay ζευγάρι του cabaret-showbiz, πρωτοπαρουσιάστηκε το 1973 αλλά έκτοτε έχει τροφοδοτήσει ταινίες και musicals σε τουλάχιστον Λονδίνο και Broadway. Στην ενδοχώρα παρουσιάστηκε πριν από 15 χρόνια, ξανά, όπως και τώρα από το Θέατρο Ένα, αλλά επίσης ανεβάζεται από άλλον ένα θίασο στη Λευκωσία αυτή τη σεζόν! Μεγάλο σουξέ λοιπόν, κι ας είμαστε στην εποχή της αποδοχής της διαφορετικότητας… ποιον κοροϊδεύουμε, η διαφορετικότητα είναι πηγή διασκέδασης. Και το μεσήλικο ομοφυλοφιλικό πρωταγωνιστικό ζευγάρι του έργου, ο ένας ιδιοκτήτης/παραγωγός και ο άλλος drag-πριμαντόνα της σκηνής, με την υπερβολή της show-biz ζωής τους, τον ultra-extreme υπηρέτη και τα gay μπαλέτα, είναι πολύ πιο συναρπαστικό από τους συντηρητικούς, μελλοντικούς συμπεθέρους, τους οποίους το έργο περιγελά αλύπητα. Και μόνο αυτή η αλλαγή θεώρησης -πόσο συχνά βλέπεις musical με συμπαθείς gay πρωταγωνιστές- φαίνεται να αρκεί για κερδίσει το έργο τη σφραγίδα της επιτυχίας της εποχής του. Πέραν τούτου, η κωμωδία του Poiret έχει βάθος, συναισθήματα και κριτική ματιά που μπορεί μεν να καλύπτονται από τη συνήθη εικαστική γκλαμουριά μιας τέτοιας παραγωγής, αλλά και χωρίς αυτά η όλη εικόνα καταλήγει κενό θέαμα για το θέαμα, συχνά και χυδαίο. Αυτό αποτελεί και το σκηνοθετικό πεδίο αναμέτρησης για το συγκεκριμένο έργο.
Η σκηνοθεσία του Ανδρέα Χριστοδουλίδη δημιουργεί άλλο ένα μείγμα θεατρο-μιούζικαλ, στην ίδια πορεία που διέγραψε και το πετυχημένο Raus -ή προηγούμενη μιούζικαλ παραγωγή του θιάσου-, όπου με επιλεγμένες προσθήκες σε αναγνωρίσιμα τραγούδια και ευρηματικά χορευτικά από όλους, ηθοποιούς και χορευτές, εμπλουτίζεται η θεατρική δράση, ώσπου στο τέλος κορυφώνεται η μουσικοχορευτική ανάταση, αφήνοντας το θεατή να φύγει με ανεβασμένη διάθεση. Η συγκεκριμένη προσέγγιση συναρπάζει κι αυτή τη φορά το κοινό, αν κρίνει κανείς από τα ρυθμικά χειροκροτήματα του τέλους, αν και διακρίνονται οι ραφές σκηνικής σύνθεσης και η απραγματοποίητη πρόθεση, κυρίως μέσα από την ανισότητα ερμηνειών/δυνατοτήτων μεταξύ των συντελεστών. Εκεί όμως που κερδίζει η παραγωγή είναι στη συναισθηματική φόρτιση μεταξύ των 3-4 πρωταγωνιστών, αφού οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι περισσότερο σχηματικοί, και βέβαια στο ευχάριστο χιούμορ που είναι ξεκάθαρο αλλά και ισορροπημένο. Η αισθητική πλευρά της παραγωγής, επίσης αρκετά λιτή αλλά και χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις, εκτός του φωτισμού που δημιουργεί τις απαραίτητες πολλαπλές σκηνικές μεταφορές, όπως το δείπνο στο σαλόνι και την κουζίνα.
Ερμηνευτικά έλαμψαν ο Μανώλης Μιχαηλίδης και ο Σωτήρης Μεστάνας στο πρωταγωνιστικό ντουέτο. Ο Αρμάντ του Μιχαηλίδη, μία πολύ συμπαθής φιγούρα ενός ευγενούς κυρίου που αγαπά το σύντροφό του αλλά υποφέρει καρτερικά και τις εξάρσεις του, είναι σταθερός και δεξιοτέχνης στην ‘ομοφυλοφιλικά εμπλουτισμένη’ ερμηνεία του, και χωρίς να είναι υπερβολικός γίνεται πιστευτός, ιδιαίτερα στη συγκινητική εξομολόγησή του. Από την άλλη, η εκρηκτική πριμαντόνα του Μεστάνα, φιγούρα θηλυκής υπερβολής -τον έχουμε δει και στο Raus σε παρόμοιο ρόλο- έχει πολύ καλές στιγμές αλλά και μερική ανασφάλεια σε άλλα σημεία, όπως η τραγουδιστική κατάβαση από τη σκάλα με ψιλοτάκουνο. Αντίθετα, ο επίσης εντυπωσιακός Διομήδης Κουφτερός μας διασκεδάζει με το πάθος του σε κίνηση και ερμηνεία και γίνεται απόλυτα αποδεκτός και ευχάριστος μέσα στην de-facto υπερβολή του και τα λάθη του.