Τάκης Τζαμαργιάς Το ξύπνημα της μνήμης
Ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς μεταφέρει στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ ένα από τα πιο αγαπημένα λογοτεχνικά κείμενα των Ελλήνων, ‘Το Τρίτο Στεφάνι’ του Κώστα Ταχτσή. Η παράσταση που κάνει πρεμιέρα στις 15 Νοεμβρίου αναμοχλεύει τις μνήμες, επαναπροσδιορίζει τη σχέση μας με το χθες και μας δίνει απαντήσεις που αφορούν το σήμερα!
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με το ΘΟΚ;
H πρόταση ήρθε αιφνίδια στις αρχές του καλοκαιριού από τον πρόεδρο του Οργανισμού και υποθέτω ότι προέκυψε από προηγούμενες συνεργασίες μου στην Κύπρο και από τη σχέση μου με τη λογοτεχνία και τη νεοελληνική δραματουργία.
Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση, όταν σας πρότειναν να μεταφέρετε στη σκηνή το μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή;
Ομολογώ ότι σοκαρίστηκα, ο ενθουσιασμός ήρθε αργότερα. Στην αρχή τα συναισθήματά μου ήταν αντιφατικά, γιατί καλλιτεχνικά βρίσκομαι σε μια φάση στην οποία τα βιωματικά αυτά κείμενα ήθελα να τα αφήσω πίσω μου. Επιστρέφοντας στο κείμενο όμως, η θερμοκρασία της γλώσσας και των γεγονότων σε μια εποχή κρίσης αξιών και αναζήτησης ταυτότητας με οδήγησαν στο να καταλάβω πόσο καθοριστικά ήταν τα γεγονότα της εποχής αυτής και πόσο βαθιά ριζωμένη είναι μέσα μου κι ότι όσο κι αν νόμιζα ότι ως κοινωνία έχουμε προχωρήσει και αφήσει πίσω μας αυτή την πραγματικότητα, αυτή επεμβαίνει δραστικά και δεν αγνοείται εύκολα.
Πόσο δύσκολο είναι να μεταφερθεί στο θέατρο ένα μυθιστόρημα που έχει αγαπηθεί πολύ από το ευρύ κοινό;
Πάντα αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση κι ένα μεγάλο στοίχημα το να καταφέρεις να το μεταφέρεις στη σκηνή, χωρίς να προδώσεις τις προσδοκίες και τις εικόνες που έχει σχηματίσει ο θεατής ως αναγνώστης, χωρίς να περιοριστείς σε αυτό, αποτυπώνοντας συνάμα κάτι πιο συλλογικό. Κάτι δηλαδή που υπερβαίνει το θέατρο του μυαλού.
Κάποτε είχατε δηλώσει χαρακτηριστικά “Με απασχολεί πάντα η μεταγραφή της λογοτεχνίας στο θέατρο”. Να υποθέσω ότι είναι πρόκληση για έναν σκηνοθέτη να κάνει αυτή τη μεταφορά;
Σε μια εποχή που -σε ένα μεγάλο βαθμό- η δραματουργία αδυνατεί να αποδελτιώσει τα σημεία των καιρών μας, η μεταγραφή ενός καταξιωμένου, στη συνείδηση των αναγνωστών, κειμένου αποτελεί πρόκληση στην οποία ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί γίνονται συνδημιουργοί, διαμορφώνοντας με βάση το κείμενο τις δικές τους συνθήκες, χωρίς τους περιορισμούς που a priori θέτει ένα δραματικό κείμενο που προορίζεται αποκλειστικά για τη σκηνή.
Πάντως δεν είναι η πρώτη φορά που μεταφέρετε ένα λογοτεχνικό κείμενο στη σκηνή… “Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου” που ανεβάσατε στην Ελλάδα είχε τεράστια επιτυχία…
Όντως δεν είναι η πρώτη φορά. “Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου” ξεπέρασε κάθε προσδοκία, παίχτηκε για δύο χρόνια και ενώ ξεκίνησε ως παράσταση για την παιδική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου κατέληξε να είναι μια παράσταση για όλη την οικογένεια. Επίσης έχω δουλέψει συστηματικά Παπαδιαμάντη, Σωτήρη Δημητρίου, Μαγιακόφσκι αλλά στο τωρινό εγχείρημα η δυσκολία έγκειται στο να μεταφέρεις στη σκηνή μια ήδη υπάρχουσα καταγεγραμμένη προφορικότητα.
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΣΤΕΦΑΝΙ
“Το Τρίτο Στεφάνι” είναι ένα λογοτεχνικό βιβλίο πολύ αγαπημένο. Πιστεύετε πως θα ταυτιστεί ο Κύπριος θεατής με αυτό το έργο;
Απόλυτα. Είμαι σίγουρος ότι θα νιώσει την ίδια ντροπή με εμένα για τις αλήθειες που αποκαλύπτει ο Ταχτσής στη δομή των σχέσεων της ελληνικής οικογένειας. Η διαφορά έγκειται όχι τόσο στο βαθμό έντασης, αλλά στο βαθμό έκφρασης αυτών των σχέσεων. Στη μικροαστική κοινωνία της Ελλάδας οι οικογενειακές σχέσεις εκφράζονται “προς τα έξω”, “χύμα”, απροκάλυπτα και ακραία, σαν κύριο χαρακτηριστικό της νεοελληνικής κοινωνίας. Κάτι που στην Κύπρο αναπτύσσεται εντός των τειχών, στα εν οίκω. Εδώ έγκειται η σχέση Ελλαδιτών και Κυπρίων με την οικογένεια, τρυφερή και βίαιη ταυτόχρονα.
Πόσο σύγχρονο είναι το έργο αυτό και τι θα ξυπνήσει στους θεατές;
Το έργο είναι σύγχρονο στο βαθμό που μας βοηθά να επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητά μας και τις σχέσεις μας με την οικογένεια και την κοινωνία. Ενδεχομένως το έργο αυτό μας βοηθά να ερμηνεύσουμε σήμερα το σημείο στο οποίο φτάσαμε. Φοβηθήκαμε να έρθουμε αντιμέτωποι με τις αλήθειες του παρελθόντος, όλα αυτά που σήμερα διαμορφώνουν την ταυτότητά μας. Ψελλίσαμε έννοιες όπως ετερότητα και διευρυμένη κοινωνία, αγνοώντας ή παραβλέποντας την ιστορία των γονιών μας. Ένα έργο που ξυπνά όλα αυτά που ντρεπόμαστε να αποκαλύψουμε και που νομίζουμε πως έχουμε ξεπεράσει και αφήσει πίσω μας και τελικά σκάνε μύτη σε κάθε βήμα μας στο μέλλον.
“Το Τρίτο Στεφάνι” εκτός από λογοτεχνική είχε και τηλεοπτική επιτυχία, ενώ ανέβηκε και δυο φορές στο θέατρο στην Ελλάδα. Αυτό σας δημιουργεί ένα είδος άγχους;
Κάθε άλλο. Συνεργάστηκα στενά με τον Σάββα Κυριακίδη στη μεταγραφή του κειμένου και η κειμενική δομή μας ελάχιστα συγκλίνει με τα κείμενα που αξιοποίησαν οι προηγούμενες παραστάσεις. Σίγουρα οι παραστάσεις που προηγήθηκαν καθώς και η τηλεοπτική, της οποίας κάποια επεισόδια είδα πρόσφατα, δεν είναι από τις δουλειές που μπορεί κανείς να αγνοήσει, όταν μάλιστα είχαν τόση απήχηση στο ευρύ κοινό. Αυτό που, τουλάχιστον, ξέρω είναι τι μπορώ να αποφύγω.
Εσάς τι σας ξυπνά το “Τρίτο Στεφάνι”;
Μεγαλωμένος σε λαϊκή γειτονιά με τη γιαγιά μου και τη μάνα μου κεντρικά πρόσωπα των δραμάτων μας και στην περιφέρεια πατεράδες, θείους και ξαδέρφια, τραύματα του παρελθόντος, αν μπορούσα να το εκφράσω με μια λέξη: Πόνο.
ΣΚΗΝΟΘΕΤΩΝΤΑΣ
Σκηνοθετικά πώς θα προσεγγίσετε το έργο;
Δίνοντας έμφαση στην αξία της αφήγησης ως πρωτογενή μορφή θεατρικής έκφρασης. Θα πούμε μια ιστορία σε μια συμπυκνωμένη μορφή ζωής. Πρόθεσή μου είναι να μεταφέρω το πνεύμα του βιβλίου μέσα από έναν καταιγιστικό ρυθμό αφήγησης, σε μια γλώσσα χυμώδη και ρέουσα, όπου ο πόνος γίνεται ποίηση. Η αποκάλυψη μιας αντιτσαρουχικής Ελλάδας με σαρκασμό και ειρωνεία. Πώς η ρευστότητα των γεγονότων της ιστορίας διαμορφώνει τη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Τι θέλετε να πείτε στο κοινό μέσα από αυτή την παράσταση;
Είναι τόσα πολλά αυτά που θέλω να πω, που νομίζω πως δίνοντας έμφαση σε κάτι αδυνατίζω άλλες εξίσου σημαντικές παραμέτρους. Αν θα ήθελα όμως κάτι να κυριαρχήσει είναι να καταφέρουμε να διατηρήσουμε αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού σε αυτή τη δίνη την κοινωνική και ιστορική της νεότερης Ελλάδας. Αυτήν τη ρευστότητα που ρύθμισε και απορύθμισε γενιές αδικοχαμένων ανθρώπων.
Ο αγαπημένος σας χαρακτήρας στο έργο ποιος είναι;
Όλοι είναι τόσο αναγνωρίσιμοι, απλώς ο Αντώνης, το δεύτερο στεφάνι της Νίνας, μου θυμίζει τον πατέρα μου, το διαχρονικό Έλληνα, εκείνο το υψηλό αίσθημα που συνήθιζε ο λαός να αποκαλεί “Φιλότιμο” και το οποίο ολοένα και σπανίζει στις μέρες μας.
Γιατί επιλέξατε για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της Εκάβης και της Νίνας την Αννίτα Σαντοριναίου και τη Στέλα Φυρογένη;
Πρόκειται για δύο κορυφαίες ηθοποιούς του Κυπριακού Θεάτρου, διαφορετικής δυναμικής αλλά εξίσου αποτελεσματικές ερμηνεύοντας τους κύριους αφηγηματικού πόλους, την Εκάβη και τη Νίνα. Επιπλέον, κριτήριο στην επιλογή μου στάθηκε το ότι είναι Ελλαδίτισσες και συνειδητά ή μη φέρουν το “σύνδρομο της Ελληνικότητας”.
Η συνεργασία σας με τον ΘΟΚ και τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης πώς είναι;
Νομίζω πως ο ΘΟΚ έχει επενδύσει στην παράσταση αυτή και η συνεργασία μας, για άλλη μια φορά, φαίνεται να πορεύεται στη σωστή κατεύθυνση. Με τον Εδουάρδο Γεωργίου έχουμε δουλέψει αρκετές φορές στο παρελθόν, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι έχουμε αναπτύξει μια δική μας γλώσσα επικοινωνίας. Το ίδιο ισχύει και για τον Σάββα Κυριακίδη με τον οποίο δουλέψαμε στον “Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου” στο Εθνικό Θέατρο. Η συνεργασία μας με τον Λάκη Γενεθλή, του οποίου τη δουλειά γνώριζα, εξελίσσεται γόνιμα και δημιουργικά, το ίδιο ισχύει και για τη Λία Χαράκη. Τη μουσική, τέλος, την οποία έγραψε για την παράσταση η Ευανθία Ρεμπούτσικα, συγκινησιακά φορτισμένη όπως πάντα, επεξεργάζεται επιμελώς ο Γιώργος Κολιάς.
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
Αλήθεια, πώς είναι να κάνει κανείς θέατρο σε μια άλλη χώρα;
Κατ' αρχάς βρίσκομαι σε μία χώρα στην οποία δεν χρειάζεται να επικοινωνήσω στην πρόβα σε μια τρίτη γλώσσα. Σίγουρα υπάρχουν ιδιαιτερότητες, αν και το περιβάλλον της Κύπρου είναι γνώριμο και οικείο για μένα. Το καλό ή μάλλον το διαφορετικό είναι ότι εδώ είμαι απόλυτα συγκεντρωμένος σε ένα πράγμα, τη θεατρική δημιουργία, ενώ στην Αθήνα κάνω ταυτόχρονα κι άλλα πράγματα.
Αισθάνεστε δημιουργικός στην Κύπρο;
Στην Κύπρο και ιδιαίτερα στη Λευκωσία αισθάνομαι μια ιδιαίτερη φόρτιση, είμαι σε διαρκή αναζήτηση προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω τον αντιφατικό χαρακτήρα της κοινωνίας.
Τι πιστεύετε για το κυπριακό θέατρο. Έχετε ξαναδουλέψει εδώ οπότε μπορείτε να συγκρίνετε;
Υπάρχει ένα ενδιαφέρον δυναμικό ηθοποιών, που, όταν δεν είναι παγιδευμένο, ελευθερώνει και αποδίδει τα μέγιστα. Σίγουρα γίνονται καλές παραστάσεις, ο εχθρός τους είναι η μικρή διάρκεια μέσα στο χρόνο που δεν τους επιτρέπει να αναπτυχθούν.
Πάντως στην Ελλάδα το θέατρο φαίνεται να γνωρίζει μια ιδιαίτερη άνθηση. Ως άνθρωπος του θεάτρου σας δημιουργεί μια ευφορία αυτό;
Ασφαλώς, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα μιας κρίσης στο θέατρο πολύ πιο πρώιμης από την παρούσα κρίση, στην οποία χρειάστηκε να πιάσουμε πάτο προκειμένου να γεννηθεί η ανάγκη να πούμε κάτι. Αν δεν έχεις να πεις κάτι στο θέατρο, δεν υπάρχεις. Τα τελευταία δέκα χρόνια, μέσα από δύσκολες συνθήκες, έχουμε καταφέρει και έχουμε ένα θέατρο πολυτασικό, με αντίκρισμα στο κοινό.
Έχει λειτουργήσει λυτρωτικά το θέατρο στην Ελλάδα;
Λυτρωτικά ως προς τι; Το θέατρο είναι ο τελευταίος εναπομείνας χώρος που σε κάνει να νιώθεις ότι κάπου ανήκεις.
Το θέατρο τι είναι για σας;
Το θέατρο είναι ο χώρος που μου δίνει όλες τις ευκαιρίες να βελτιωθώ ως πολίτης.
Ποιες από τις παραστάσεις που σκηνοθετήσατε θεωρείτε ότι σας καθόρισαν;
Κατ' αρχάς κάθε παράσταση είναι για μένα και μια κατάθεση ζωής. Σημαντικές θεωρώ αυτές που με έκαναν να αναμετρηθώ με τις δυσκολίες μου. Ανάμεσα σε αυτές συγκαταλέγονται: Η “Αντιγόνη” του Εθνικού Θεάτρου, ο “Μαγιακόφσκι,” ο “Καλός Άνθρωπος” του Σετσουάν και ο “Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου”.
Ποια παράσταση θα θέλατε κάποια στιγμή να σκηνοθετήσετε;
Τον “Βυσσινόκηπο” του Τσέχωφ.
Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια μετά το “Τρίτο Στεφάνι”;
Να κάνω τις Τρωάδες στο λιμάνι του Πειραιά, μια που ο Πειραιάς ανακηρύσσεται για το 2015 Παγκόσμια Ναυτική Πρωτεύουσα, καθώς και μια παράσταση για παιδιά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
anoigma theatre





