Κριτική
Αστερισμοί *****
ΘΟΚ

Τίποτα δεν είναι βέβαιο. Η αρχή της αβεβαιότητας είναι το μόνο σίγουρο, όχι στη θεωρία μόνο, αποδεικτικά πλέον, όπως αξιώνει η σύγχρονη αστρο-μαθηματικο-φυσική. Ζούμε σ’ ένα άπειρο σύμπαν όπου όλα μπορούν να συμβούν και να συμβαίνουν ταυτόχρονα… όσο δύσκολα κι αν το χωρεί ο κοινός νους. Αυτή η κβαντική συνύπαρξη των πολλαπλών δυνατοτήτων της κάθε ζωής -οι διαφορετικές συνθήκες, η τύχη, η ελεύθερη βούληση που ασκεί ανά πάσα στιγμή ο καθένας μας- γίνεται η αόρατη μηχανή, η καρδιά εν δράσει, σ’ αυτό το πανέξυπνο και γοητευτικό έργο ενός ανερχόμενου αστεριού της Αγγλικής θεατρικής συγγραφής, του Nick Payne (βραβεία ‘Χάρολντ Πίντερ’ και ‘Evening Standard’, 2012). Η ανατρεπτική δραματουργία του δεν ακολουθεί ένα μύθο, αλλά ένα μύθο με πολλαπλές, ταυτόχρονες εκδοχές, τη μια μετά την άλλη, εξερευνώντας μέσα από στιγμές καθημερινών συναντήσεων ενός μάλλον αταίριαστου ζεύγους, μιας αστροφυσικού και ενός μελισσοκόμου, πώς θα μπορούσαν να γνωριστούν, να αγαπηθούν, να απατηθούν, αλλά και να πεθάνουν. Αυτό που κερδίζει το κοινό όταν αφεθεί σ’ αυτή τη δίνη των μικρών, επαναλαμβανόμενων σκηνών, που πολύ έξυπνα αλληλο-ενέχονται προχωρώντας το μύθο στο θλιβερό του τέλος, αυτή η πολλαπλή θεατρική διαδικασία, υπαρξιακά, βιώνεται ως οικεία αυτογνωσία, και καταλήγει σαν μια ελπιδοφόρος και ανακουφιστική εμπειρία για το θεατή, πέρα από τη σύντομη ιστορία του ζεύγους. Έτσι αποδείχτηκε κι η συγγραφή του συγκεκριμένου έργου για τον ίδιο το συγγραφέα -το έγραψε με αφορμή αλλά και αναζητώντας παρηγοριά για το θάνατο του πατέρα του. Ένας εξαιρετικά ευρηματικός συνδυασμός της κβαντικής φυσικής στην πράξη του θεάτρου και με θέμα το θάνατο, με το κείμενο να αποτελεί ένα μόνο στοιχείο από τα πολλαπλά σημαίνοντα επί σκηνής.
Το έργο ευτύχησε στα χέρια του Έλληνα Βασίλη Θεοδωρόπουλου, που το κούρδισε στην εντέλεια. Ευτύχησε κι ο ΘΟΚ επιτέλους ανοίγοντας τη σεζόν με μια πραγματικά απολαυστική πρώτη παράσταση. Ξεκίνησε υπέροχα με την εισαγωγική προσθήκη μιας συνέντευξης δύο Αστροφυσικών του Πανεπιστημίου Αθηνών, σε μια πολύ ανθρώπινη προσέγγιση κι εισαγωγή στο κβαντικό πολυσύμπαν. Κι εκεί που μπαίνει το ερώτημα του γιατί, εκεί ξεκινά το ιδιότυπο θεατρικό σύμπαν του έργου, όχι για να δώσει απάντηση, αλλά για να το ζήσουμε μαζί με τους δύο ήρωες, σε απόλυτο συναισθηματικό συντονισμό με το ψυχολογικό τους παίξιμο, τις ξεκάθαρες εξελικτικές εναλλαγές του κάθε ήρωα, και του εν δυνάμει δράματος. Αφαιρετική ισορροπία και αισθητική συνοχή στις λεπτεπίλεπτες ρεαλιστικές ερμηνείες δίνει το minimal σκηνικό τοπίο του Παντελή Μάκκα με τις επιλεγμένες αστρικές προβολές του να κατακλύζουν τη σκηνή, και τους εντυπωσιακούς φωτισμούς του Γιώργου Κουκουμά, γενναίους χρωματικά και με δεξιοτεχνία στη γεωμετρική τους απόδοση, να αποτελούν το συναισθηματικό υπόβαθρο της κάθε σκηνής. Εύγλωττη επίσης η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου, άλλοτε διακριτική κι άλλοτε επεμβατική, καθώς κι η λιτή κι ακαθόριστη κίνηση της Έλενας Αντωνίου, προσδιορίζουν περαιτέρω την εξέλιξη της δράσης.
Τέλος, ευτύχησαν και οι δύο πρωταγωνιστές, Στέλα Φυρογένη και Νεοκλής Νεοκλέους, δύο από τους ενεργητικότερους ηθοποιούς του θιάσου, σε μια παραγωγή-πρόκληση για τις ερμηνευτικές τους δυνατότητες. Φυσικότητα κι εκφραστικότητα στις ευανάγνωστες εναλλαγές κι ερμηνείες δουλεμένες στη λεπτομέρεια χαρακτήριζαν και τους δύο, αγγίζοντας και τη συγκίνηση αλλά και το χιούμορ. Φιτίλι που σιγοκαίει η νευρωτική φυσικομαθηματικός της Φυρογένη, μ’ εκρήξεις κι εξάρσεις. Πιο γειωμένος ο μελισσοκόμος του Νεοκλέους, ευγενικός, διστακτικός αλλά και λίγο αφελής πρόσφερε την αναγκαία σταθερότητα και συντροφικότητα. Μαζί, ζωντάνεψαν και ανέδειξαν την πολυπλοκότητα ενός απίθανου κειμένου.