ΓΙΑΝΝΟΣ 2

Χωριστά δημοψηφίσματα και τριχοτόμηση ΑΟΖ
ΤΟ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΩΝ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ
Το ερώτημα είναι πώς το πάγωμα της διεύρυνσης επηρεάζει τις συνομιλίες και τη λύση του Κυπριακού, όταν, από το 2004, όταν δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην ΕΕ, ελέχθη ότι το 2005 θα άρχιζαν μεν οι ενταξιακές διαδικασίες της Τουρκίας, αλλά θα ολοκληρώνονταν μέσω μιας δημοκρατικής λύσης στο Κυπριακό. Ερώτημα συναφές: Χάνεται, δηλαδή, ή όχι ο παράγοντας ΕΕ, ως καταλύτης για λύση του Κυπριακού, είτε λόγω της στάσης της ΕΕ είτε λόγω του ενδεχόμενου παγώματος των διευρύνσεων και της προώθησης από το ΕΛΚ της ειδικής σχέσης, αντί της πλήρους ένταξης; Επί τούτων, υπογραμμίζουμε τα εξής: Πρώτον, οι αποφάσεις και το νομικό πλαίσιο το οποίο καθόρισε η ΕΕ για τη λύση του Κυπριακού δεν ήταν ο δείκτης της στρατηγικής των Αθηνών και της Λευκωσίας. Και εξηγούμε: Ενώ η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου τονίζει ρητώς ότι η ΕΕ αναγνωρίζει ως μόνο κράτος στο νησί την Κυπριακή Δημοκρατία και ότι η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να την αναγνωρίσει, οι κυπριακές κυβερνήσεις ενεπλάκησαν σε ένα διάλογο για τη διχοτόμηση του ενιαίου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας σε «δύο ισότιμα συνιστώντα κράτη», δίδοντας τη δυνατότητα στην Άγκυρα να ισχυρίζεται ότι η όποια αναγνώριση θα επέλθει με τη λύση και να καταθέτει στο Συμβούλιο Σύνδεσης Τουρκίας - ΕΕ έγγραφο, στο οποίο αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: α) Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εκλιπούσα. β) Η συμφωνία της 11ης Φεβρουαρίου, την οποία υποστηρίζει η Τουρκία, προνοεί διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία «δύο ισότιμων συνιστώντων κρατών». Και δικαιολογεί αυτήν τη διχοτομική της θέση, ισχυριζόμενη στο έγγραφο, ότι η Κυπριακή Δημοκρατία προέκυψε από χωριστή αυτοδιάθεση των δυο Κοινοτήτων! Δηλαδή, είναι δυνατό να επιχειρηματολογήσει εν συνεχεία ότι στην Κύπρο, από της εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπήρχαν δύο λαοί. Διότι, μόνο σε λαούς παραχωρείται το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως. Εφόσον γίνεται λόγος για συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτονόητο για τους Τούρκους είναι ότι το νέο πολιτειακό σύστημα θα έχει διπλή πηγή εξουσίας τους δύο λαούς, δύο αυτοδιαθέσεις και δύο κυριαρχίες.
Η ευθύνη της κυπριακής και της ελληνικής κυβέρνησης
Υπό αυτές τις συνθήκες, το εν λόγω τουρκικό έγγραφο της 23ης Ιουνίου θα έπρεπε, όταν είχε διαβαστεί από την Ελληνική Προεδρία, να επιστραφεί ως απαράδεκτο και προσβλητικό για την ίδια την ΕΕ, η οποία αποτελείται από κράτη - μέλη μεταξύ των οποίων και η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία, με βάση το Πρωτόκολλο 10, εντάχθηκε ολόκληρη στην ΕΕ. Ακόμη και αν ισχυριστεί κάποιος ότι ως Προεδρία δεν θα μπορούσε να προβεί σε μια τέτοια κίνηση, θα μπορούσαν τα Υπουργεία Εξωτερικών Κύπρου και Ελλάδος να επιστρέψουν το έγγραφο ως απαράδεκτο, με συνοδευτικό κείμενο που να δικαιολογεί την ενέργειά τους με ανάλογη κοινοποίηση και προς την ΕΕ. Συνεπώς, κυρίως η ευθύνη βαραίνει τις κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδος και όχι την ΕΕ, οι οποίες παροπλίζουν όλα τα διπλωματικά και νομικά εφόδια που τους προσφέρονται. γ) Η ΑΟΖ της Κύπρου θα πρέπει να τριχοτομηθεί, αφού, όπως αναφέρεται στο τουρκικό έγγραφο, έχει ήδη κατατεθεί από την Τουρκία αίτημα για καθορισμό υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, καθώς και ότι δεν αναγνωρίζεται η ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ γίνεται ταυτοχρόνως επίκληση των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων, τα οποία δεν μπορούν να ασκούν οι Ελληνοκύπριοι και συνεπώς έχουν χωριστά επί του αερίου δικαιώματα. Η επιδίωξη της Τουρκίας για τριχοτόμηση της ΑΟΖ προκύπτει από τη νομική φιλοσοφία του τουρκικού εγγράφου της 23ης Ιουνίου, όπως έχει ήδη εξηγηθεί: Δηλαδή, με τις αναφορές σε άσκηση ήδη χωριστών δικαιωμάτων αυτοδιάθεσης των Κοινοτήτων, ως διπλής πηγής σύνθεσης και κυριαρχίας της Ζυρίχης από τη στιγμή της εγκαθίδρυσής της. Και αυτή η νομική αντίληψη παραπέμπει σε δύο λαούς και χωριστές κυριαρχίες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Ειδική σχέση και βέτο
Δεύτερον, η πολιτική των κυπριακών κυβερνήσεων, σε αντίθεση με όσα γράφονταν από αυτές τις στήλες, ήταν μονολιθικά και φραστικά προσαρμοσμένη στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, παρότι η Δεξιά και δη το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ήταν εξ υπαρχής υπέρ της ειδικής σχέσης. Σε κάθε περίπτωση, η απονομή καθεστώτος ειδικής σχέσης στην Τουρκία δεν μειώνει την ΕΕ ως καταλύτη της λύσης. Το επόμενο διάστημα, ακόμη και αν είναι παγωμένη η διεύρυνση, δεν θα τερματιστεί η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, ούτε θα σταματήσει η ίδια να ζητά άνοιγμα κεφαλαίων και πλήρη ένταξη. Για διαπραγματευτικούς, δε, λόγους θα ήταν ανόητο εκ μέρους της να πράξει κάτι τέτοιο. Εκείνο που πράττει η Άγκυρα είναι να εφαρμόζει πολλές φορές μια πολιτική που επικεντρώνεται στη λογική ότι δεν έχει την ανάγκη της ΕΕ και ότι μπορεί να δράσει αυτόνομα. Και αυτό συμβαίνει για να αποσείει από τους ώμους της τις πιέσεις και για να εμφανίζεται ο Ερντογάν στο εσωτερικό πιο πατριώτης από τους Κεμαλιστές, αποδυναμώνοντας έτσι την αντιπολίτευση. Άρα, η ειδική σχέση δεν αποστερεί από την Κυπριακή Δημοκρατία τη δυνατότητα άσκησης βέτο, είτε στο άνοιγμα είτε στο κλείσιμο κεφαλαίων, είτε ακόμη και επ' αυτής της τελικής απόφασης, εάν δηλαδή θα δοθεί ή όχι ειδική σχέση στην Τουρκία.
Πάγωμα διεύρυνσης και φυσικού αερίου
Όσο, δε, για το πάγωμα της διεύρυνσης εντός της πενταετίας, η Τουρκία, ούτως ή άλλως, δεν θα ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο, δηλαδή για πλήρη ένταξη, ενώ η στάση της στο Κυπριακό, χωρίς το ανάλογο κόστος, που αφορά στο δικό μας βέτο επί του ανοίγματος και κλεισίματος κεφαλαίων, δεν πρόκειται να γίνει διαλλακτικότερη. Είναι πιθανόν να καταστεί πιο επιθετική και ειδικότερα εντός της κυπριακής ΑΟΖ, με στόχο, εάν δεν πετύχει τη λύση που επιδιώκει στο Κυπριακό, να παγώσει μαζί με την ένταξη και την εκμετάλλευση του κυπριακού φυσικού αερίου, εκτός και αν δημιουργηθούν αποτρεπτικές συνθήκες στα εξής επίπεδα: 1. Στο στρατιωτικό και στρατηγικό με το Ισραήλ και την Ελλάδα. 2. Στην εμπλοκή όσο το δυνατόν περισσότερων εταιρειών εκμετάλλευσης, και 3. Στην προώθηση της μετατροπής της Κύπρου ως εναλλακτικής οδού φυσικού αερίου, από την οποία θα τροφοδοτείται η Ευρώπη. Αναφερόμαστε, δηλαδή, σε αλλαγή ισοζυγίων δυνάμεων, διότι η τουρκική αδιαλλαξία τροφοδοτείται από τη δική μας αδυναμία. Ταυτοχρόνως, είναι αξίωμα στις διεθνείς σχέσεις ότι σε όλες τις συγκρούσεις η διευθέτηση στηρίζεται επί των ανισοζυγίων δυνάμεων. Το δίκαιο, για να μπορεί να εφαρμοστεί, θα πρέπει να συνοδεύεται από ισχύ. Εάν το ένα μέρος διαθέτει μόνο δίκαιο χωρίς ισχύ και το άλλο ισχύ, τότε είτε η ισχύς επιβάλλεται του δικαίου είτε έχουμε αδιέξοδο. Ότι, δηλαδή, συμβαίνει επί μακρόν στο Κυπριακό.




