Αντίο στη Φανή Πετρακκίδου

Όχι, η αλήθεια να λέγεται, το τέλος το μελετάγαμε, αλλά το ξορκίζαμε. Παράπονα, θλίψη, οργή για συγκυρίες που ρημάζουν τη ζωή, για αποφάσεις που σημαδεύουν σαν ορόσημα λάθη, αποτυχίες στον δρόμο μας, ναι, λέγαμε. Για την παγωμάρα, την αδιαφορία, την ψευτιά, την αδικία, ναι, λέγαμε. Μα, πως θα ’ρχόταν το τέλος τόσο γρήγορα δεν πέρασε ποτέ από τον νου. Ώρες δύσκολες, γιορτές μαρτύριο, μοναξιά, ανασφάλεια. Μέρες άδειες από ανθρώπινη ζεστασιά κι ενδιαφέρον, νύχτες άυπνες, ανατροπές, αναποδιές και πάντα η έννοια σου: «Μήπως πλήγωσα κάποιον, μήπως έκανα κάτι κακό, μήπως κάτι παρέλειψα;». Πάντα στη σκέψη σου τ’ αδέλφια, οι φίλες, ξένο δεν ένιωσες ποτέ κανένα. Σαν αντίδωρο μοιραζόσουν σ’ όποιον σε χρειαζόταν. Με αποθέματα αγάπης ανεξάντλητα, με την ευαισθησία του πληγωμένου ανθρώπου που μόνο όσοι διαβαίνουν το ίδιο σκοτεινό τούνελ μπορούν να τη νιώσουν, έδινες παρουσία, ευαισθησία, συμπόνια.
Φεύγεις, Φανούλα, και παίρνεις μαζί σου μια ολόκληρη ζωή, από τα δεκατρία μας χρόνια, γεμάτη αγωνίες, στερήσεις, αγώνες. Ούτε έννοια πια για τη φορολογία της πρώτης κατοικίας, για το αυτοκίνητο που χάλασε, για τις βρύσες που τρέχουν, για το πλυντήριο που δεν δουλεύει, για τίποτα απ’ όλα αυτά τ’ απλά κι ανθρώπινα που φαίνονται πολύπλοκα κι απάνθρωπα, όταν είναι όλος ο κόσμος σου. Ο κόσμος της άγνοιας, της αγνότητας, της απλότητας, της αφέλειας, κι ένα ακόμα απ’ αυτά -εσύ τα είχες όλα- σε κάνει εύκολο θύμα και σ’ οδηγεί να κυνηγάς με το ντουφέκι και την πιο μικρή χαρά και ν’ αποδιώχνεις και την πιο μικρή λύπη, αφού κλονίζει με τις διαστάσεις που παίρνει μέσα σου και τα κουράγια λίγο-λίγο μας αφήνουν.
Φεύγεις, τα βράδια αδειάζουν, ούτε τηλέφωνο πια, ούτε παράπονα, ούτε έννοιες, ούτε αστεία. Τη ζωή, μ’ ό,τι κουβαλά για τον καθένα, την άντεξες όσο μπόρεσες. Το ’λεγες, πικραμένη, κουρασμένη, «να πάω να βρω τον Φώτη και τη μάνα μου». Ήταν οι δυο μεγάλες αγάπες της ζωής σου. Δεν μπόρεσες ν’ αντέξεις ούτε δυο μέρες, ώς τα γενέθλιά σου, να χαρείς ένα λουλούδι, λίγες ευχές. Εδώ, σ’ αυτό το κατευόδιο, σε ξεπροβοδάμε με τούτες τις ευχές: Καλό παράδεισο, Φανούλα, στον κόσμο του Μεγαλοδύναμου που όλα τα συγχωρεί, που παρηγορεί μ’ ανοιχτή για όλους την αγκαλιά. Γαλήνη, φως, ζεστασιά, αγάπη, χαρά, ας βρεις εκεί που πας. Ανάλαφρη ας είναι η γη, μη σε βαρύνει.


Αλέκα Γράβαρη-Πρέκα