Οι ορμόνες που επηρεάζουν το σωματικό μας βάρος
Οι ορμόνες στο σώμα μας παράγονται από τους ενδοκρινείς αδένες και είναι υπεύθυνες για πολλαπλές λειτουργίες όπως την ιδιότητα αναπαραγωγής, τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, τη ρύθμιση του μεταβολισμού και γενικά να διατηρούν το εσωτερικό περιβάλλον σταθερό. Η δράση των ενδοκρινών αδένων και των ορμονών που παράγονται στον οργανισμό μας έχει άμεση σχέση με το επιτυχές ή ανεπιτυχές αποτέλεσμα σε μια προσπάθεια απώλειας βάρους. Όλοι μέχρι τώρα λίγο πολύ γνωρίζαμε ότι ο θυροειδής αδένας και μια πιθανή υπολειτουργεία του μπορούσαν να συμβάλλουν στην αύξηση βάρους. Ενώ αντίθετα η υπερ-λειτουργία του θυροειδούς αδένα να επιφέρει γρήγορη και ανεπιθύμητη απώλεια βάρους. Στα πιο πρόσφατα χρόνια έγινε γνωστή και η πιθανή σύνδεση μεταξύ μιας ινσουλινοαντίστασης και της μειωμένη ικανότητας του οργανισμού να μειώσει το σωματικό βάρος. Στο άρθρο που ακολουθεί θα μελετήσουμε τις ορμόνες, οι οποίες σχετίζονται με το σωματικό βάρος και την ικανότητα του οργανισμού να το αλλάξει.
Να ξεκινήσουμε με τις ορμόνες του θυρεοειδούς οι οποίες μεταξύ άλλων είναι υπεύθυνες για τη ρύθμιση του μεταβολισμού και την θερμοκρασία του σώματος. Ο γνωστός υποθυροειδισμός σημαίνει ότι ο θυροειδής αδένας παράγει σε μικρότερα επίπεδα από τα φυσιολογικά τις θυροειδικές ορμόνες. Όταν υπάρχει ανεπαρκείς έκκριση τότε μπορούν να προκαλέσουν αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και υποθερμία. Η θεραπεία για τον υποθυροειδισμό είναι η αντικατάσταση μέσω φαρμακευτικής αγωγής της ορμόνης θυροξίνη. Αυτό μπορεί να ρυθμίσει και την ικανότητα του οργανισμού να αποβάλει κιλά. Η διατροφή που πρέπει να ακολουθεί κάποιος πρέπει να είναι ισορροπημένη με πολλά λαχανικά, χρήση φρούτων σαν σνακ, σύνθετους υδατάνθρακες, ψάρι, ψαχνό κρέας, όσπρια και γαλακτοκομικά χαμηλά σε λιπαρά.
Αντίθετα όταν υπάρχει αυξημένη έκκριση τότε λόγω αυξημένου μεταβολισμού, το βάρος μπορεί να μειωθεί απότομα και χωρίς ιδιαίτερες αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες ή την καθημερινή άσκηση. Η θεραπεία για την υπερ-λειτουργία του θυροειδούς αδένα είναι συνήθως η λήψη αντιθυρεοειδικών φαρμάκων για να αναστείλουν την έκκριση των ορμονών. Η διατροφή για αύξηση βάρους αν αυτό δεν συμβεί σταδιακά μετά τη χρήση φαρμακευτικής και τη ρύθμιση των ορμονών βασίζεται στην αυξημένη λήψη θερμίδων, ιδανικά μέσω ενός ισορροπημένου και υγιεινού προγράμματος διατροφής.
Η ινσουλίνη είναι η ορμόνη που παράγεται από το πάγκρεας και είναι υπεύθυνη για τη ρύθμιση των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα. Η αντίσταση στην ινσουλίνη σημαίνει ότι ενώ η ινσουλίνη παράγεται κανονικά τα κύτταρα «αντιστέκονται» στη δράση της και δεν καταφέρνει να μειώσει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα με αποτέλεσμα η συγκέντρωσή τους να αυξάνεται πέραν του κανονικού και το πάνγκρεας να παράγει περισσότερη ινσουλίνη. Αυτό έχει κυρίως ως αποτέλεσμα την αίσθηση της πείνας με συνέπεια πολλές φορές την παχυσαρκία, τον διαβήτη τύπου 2 και άλλα. Η αντιμετώπιση με ένα συνδυασμό φαρμακευτικής αγωγής, διατροφικής παρέμβασης και άσκησης μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα. Η διατροφή και πάλι δεν διαφέρει από την ισορροπημένη μεσογειακή διατροφή και δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στους σύνθετους υδατάνθρακες, τα φρούτα με χαμηλότερο γλυκαιμικό δείκτη, την κατανάλωση πολλών λαχανικών και την ένταξη των οσπρίων τουλάχιστον 2-3/ εβδομάδα. Πολύ σημαντικό επίσης είναι ο περιορισμός στην κατανάλωση γλυκών και ζαχαρούχων ροφημάτων.


Τα οιστρογόνα και προγεστερόνη συνθέτονται από τις ωοθήκες και είναι ορμόνες οι οποίες κατά την προ- εμμηνοπαυσική και εμμηνοπαυσική περίοδο έχουν μείωση στην παραγωγή. Κατά την περίοδο αυτή συνήθως παρατηρείται μια αύξηση στο σωματικό βάρος και μια έντονη συσσώρευση λίπους στην κοιλιά και οι γυναίκες από σχήμα αχλάδι (γυναικείο σώμα) γίνονται σχήμα μήλο (αντρικό σώμα). Η αλλαγή αυτή στην κατανομή του λίπους οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η παραγωγή οιστρογόνων δηλαδή της γυναικείας ορμόνης μειώνεται κατακόρυφα στην εμμηνόπαυση. Η αύξηση του βάρους μπορεί να οφείλεται επίσης στην μείωση της έκκρισης της προγεστερόνης το οποίο μπορεί να προκαλέσει αρνητική διάθεση που πολλές φορές επιφέρει συναισθηματική υπερφαγία. Ορμονική θεραπεία μπορεί να δοθεί σε ορισμένες γυναίκες αλλά αυτό εναπόκειται στο γυναικολόγο και την ασθενή. Όσον αφορά στη διατροφή, καλό θα ήταν αν διανύετε αυτή τη φάση να φροντίσετε να παίρνετε 5-6 γεύματα την ημέρα, να χρησιμοποιείτε σύνθετους και όχι απλούς υδατάνθρακες καθώς αυτοί προκαλούν έντονα το αίσθημα του κορεσμού, να καταναλώνετε φρούτα αντί γλυκά και να παίρνετε πρωτεΐνη (κρέας, ψάρι, όσπρια, γαλακτοκομικά) σε κάθε σας γεύμα. Σημαντικό επίσης είναι να φροντίσετε να καταναλώνετε τουλάχιστον 3 μερίδες γαλακτοκομικά (προτιμήστε τα χαμηλά σε λιπαρά) καθημερινά για να περιορίσετε το ρίσκο για οστεοπόρωση. Επίσης μειώστε τη χρήση αλατιού και φαγητών πλούσια σε αλάτι (π.χ. κονσέρβες, αρτοποιήματα, καπνιστά, αλλαντικά) αφού αυτά αυξάνουν την κατακράτηση υγρών.
Άλλες ορμόνες που μπορούν να επηρεάσουν το σωματικό βάρος:
1. H κορτιζόλη, η οποία εκκρίνεται σε καταστάσεις έντονου άγχους από τους αδένες των επινεφριδίων. Όταν η έκκριση κορτιζόλης είναι χρόνια τότε μπορεί να συνεισφέρει στην αποθήκευση λίπους. Αντίθετα έλλειψη στην έκκριση κορτιζόλης μπορεί να δημιουργήσει έντονο αίσθημα κόπωσης και ληθαργίας το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη κατανάλωση θερμίδων και ζάχαρης.
2. Η αλδοστερόνη επίσης εκκρίνεται από τους αδένες των επινεφριδίων. Είναι η ορμόνη η οποία προκαλεί επαναρρόφηση νατρίου και νερού και απέκκριση καλίου παίζοντας έτσι σημαντικό παράγοντα στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Έλλειψη της μπορεί να προκαλέσει υπόταση και συνεπώς έντονη επιθυμία για αλμυρές τροφές όπως αρτοποιήματα και πατατάκια, τα οποία είναι ταυτόχρονα πλούσια σε λίπος και θερμίδες.
3. Η μελατονίνη είναι γνωστή και ως ορμόνη του ύπνου. Παράγεται από την υπόφυση και το τρίγκερ της σύνθεσης και έκκρισης της είναι το σκοτάδι. Έλλειψη της μελατονίνης μπορεί να ευθύνεται για κακή ποιότητα ύπνου και συνεπώς κόπωση κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η κόπωση αντίστοιχα μπορεί να προκαλέσει αύξηση στην κατανάλωση τροφής και θερμίδων και ζάχαρης αφού ο οργανισμός «χρειάζεται» ενέργεια.
4. Οι ενδορφίνες γνωστές και ως ορμόνες της χαράς παράγονται κυρίως από την υπόφυση και τον υποθάλαμο και συμβάλουν στην καλή ψυχολογική κατάσταση μεταξύ άλλων. Ο οργανισμός όμως μέσω διαφόρων ενζύμων μπορεί να μειώσει τη δράση τους και να μειώσει το αίσθημα της ευεξίας και την καλή ψυχολογία. Η κακή ψυχολογική κατάσταση και η κατάθλιψη έχουν συνδεθεί με συναισθηματική υπερφαγία και αύξηση σωματικού βάρους.
5. Οι ορμόνες της πείνας, η γκρελίνη και η λεπτίνη, δρουν αντίθετα επηρεάζοντας το αίσθημα της πείνας και του κορεσμού αντίστοιχα. Τα επίπεδα της γκρελίνης ανεβαίνουν πριν το γεύμα και μεταγευματικά μειώνονται για 3-4 ώρες (μέχρι το επόμενο γεύμα). Η λεπτίνη από την άλλη δίνει το σήμα στον εγκέφαλο ότι υπάρχουν αρκετές ενεργειακές αποθήκες στο σώμα (το λίπος). Φαίνεται ότι σε παχύσαρκα άτομα υπάρχει μια αντίσταση στο σήμα της λεπτίνης αν και υπάρχει μεγαλύτερη συγκέντρωσή της.