Κριτική
Από την Αργυρώ Τουμάζου
Δύο Γυναίκες Χορεύουν ****
Θέατρο Διόνυσος
Ένα συμπαθητικό ισπανικό δράμα ανέβασε το Θέατρο Διόνυσος στη μικρή του σκηνή, σε σκηνοθεσία Έντμοντ Νανούση. Γραμμένο το 2008 από τον Καταλανό βραβευμένο συγγραφέα και σεναριογράφο σειρών της ισπανικής τηλεόρασης, Ζουζέπ Μαρία Μπενέτ Ζουρνέτ, που συνδυάζει μελό συναίσθημα και σαρκαστικό χιούμορ. Παρουσιάζει μια απολαυστικά ‘δυσανεκτική’ σχέση δύο γυναικών, μιας ιδιότροπης γριάς κυρίας και της ψυχολογικά ασταθούς νεαρής φροντίστριάς της, που κορυφώνεται σε μία τελική και τελειωτική συμπόρευση. Μπόλικο ‘καταλανικό’ συναίσθημα, η μοναξιά και η εγκατάλειψη αλλά και οι ‘παραξενιές’ των γηρατειών από τη μια -η συγκεκριμένη συλλέγει κόμικς-, από την άλλη μια κρυφή οικογενειακή τραγωδία που σαλεύει το μυαλό και την ύπαρξη της νεαρής μάνας -δασκάλα, ψυχολογικά εγκλωβισμένη στην απώλεια. “Ένα έργο με θέμα τις γυναίκες που είναι μόνες τους κι έχουν ταλαιπωρηθεί από τη ζωή” όπως δήλωσε ο συγγραφέας. Χωρίς να εισχωρεί σε ιδιαίτερο κοινωνικό βάθος, μάλλον σαν γλυκιά, μελαγχολική δραματική κομεντί ξεκινά, με χιούμορ τόσο, όχι για να ξεκαρδίζεσαι, αλλά για να μην παρασύρεσαι. Στην εξέλιξή του, ενώ βαραίνει το δραματικό στοιχείο με την αποκάλυψη του κρυφού οικογενειακού μυστικού της φροντίστριας, το έργο βιάζεται να φτάσει στο τέλος αφήνοντας κενά. Και μάλιστα, ένα τέλος τόσο ακραίο, που θέτει αλλά δεν απαντά σοβαρά ηθικά ερωτήματα, μάλλον φλερτάρει τελευταία στιγμή με ένα πιο συμβολικό επίπεδο γραφής. Όπως και να ’χει, φεύγεις με μεικτά συναισθήματα. Η σκηνοθεσία του Ε. Νανούση έστησε ευρηματικά τη δράση σ’ ένα σκηνικό χώρο που έμοιαζε να απλώνεται παντού, στη μέση κι από τοίχο σε τοίχο και γωνιές, μοιράζοντας το κοινό γύρω-γύρω. Κέρδισε τις εικαστικές εντυπώσεις με τη σκηνογραφία της Μιράντας Θεοδωρίδου, μία λιτή, σχηματική αλλά και ατμοσφαιρική επιλογή επίπλων που σε συνδυασμό με τον εξαιρετικό φωτισμό του Egor Dubensky δημιουργούσαν αίσθηση εξερεύνησης παλαιοπωλείου, λίγο-πολύ σαν την κυρία του σπιτιού. Κι ας άκουγε Bob Marley η γριά στο παλιό, ξύλινο κουτί, από το ραδιόφωνο της. Δραματουργικά αλλά και ερμηνευτικά η σκηνοθεσία έμεινε πιστή στο ρεαλισμό, αν και το σκηνικό και το κείμενο επέτρεπαν στο σκηνοθέτη να πάρει κάποιες αποστάσεις… Βρήκα ωστόσο ιδιαίτερα φλύαρο όλο αυτό το καθάρισμα και το σφουγγάρισμα. Όσο πειστική, απολαυστική και συμπαθητική στην ιδιοτροπία της ήταν η γριά της Ιωάννας Σιαφκάλη, τόσο αντίθετα φευγαλέα η παρουσία της Άννας Γιαγκιώζη, που αν και φανερά ικανή ηθοποιός, δεν έλαμψε στο ρόλο της. Η υπερβολική σκηνοθετική προσήλωση στην ‘αληθοφάνεια’ παρέσυρε την Γιαγκιώζη σε υποτονικό σχεδόν παίξιμο, με χαμηλές νότες και μέσα στη δίνη της υπερτονισμένης της κίνησης της, δυσκόλευε ακόμα και την κατανόηση του λόγου της μερικές φορές. Ναι, έλεγε συνεχώς ότι βιαζόταν, αλλά έλεγε… άλλωστε δούλευε για να ξεχνά… Έτσι περιμέναμε πώς και πώς να σταματήσει το καθάρισμα για να παρακολουθήσουμε το δράμα αλλά και την επαφή μεταξύ τους να εξελίσσεται, όπως έγινε ξαφνικά στην τελευταία σκηνή. Παρ’ όλες όμως τις στιλιστικές αντιρρήσεις, η παραγωγή σίγουρα θα ικανοποιήσει μεγάλο μέρος του κοινού με την ανθρωπιά του έργου και τη φροντίδα της παραγωγής.
kritiki theatre





