Ιδεοσκόπιο
Με τη γλώσσα του Μακρυγιάννη
ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΔΟΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ
Παραμονές της επετείου της εθνικής μας παλιγγενεσίας κι ο νους αναπετά πάνω από δρόμους χαμέρπειας και κατήφειας νέφη. Παρακαταθήκη ενδοσκόπησης και προβληματισμού, διάγνωσης και ανάνηψης για καινούργιους προσανατολισμούς και ορίζοντες ελπιδοφόρους η δυναμογόνα γραφή του Μακρυγιάννη. Αυτή που ξέρει όχι να κολακεύει και να θριαμβολογεί, αλλά να στηλιτεύει και να καυτηριάζει· όχι να φωνασκεί με κούφια συνθήματα σοφιστικής ρητορείας και ιδεολογήματα λογιοτατισμού ή πολιτικαντισμού, αλλά με την ιδεολογία της συλλογικής συνείδησης και της αληθινής φιλοπατρίας να αρθρώνει λόγο μνημειώδη. Τέτοιον, όπως αυτόν που μας κληροδότησαν οι αψευδείς αφηγήσεις και οι αποφθεγματικές ρήσεις των Απομνημονευμάτων του, καθώς και οι θεόπνευστοι οραματισμοί των Οραμάτων και Θαμάτων του. Η γλώσσα του, σκληρή ωσάν τη ριζιμιά πέτρα της καλλικέλαδης πηγής της, που τη σκάβει βαθιά με το κοντύλι της χαρισματικής του τέχνης, για να της δώσει μορφή αυθεντική και μακρόπνοη φωνή ελληνοπρέπειας, αναμεταδίδει τα διαχρονικά της νοήματα ώς τα πέρατα της πανελλήνιας οικουμένης. Σε μας, ιδιαίτερα, τους Έλληνες της Κύπρου δεν έχει να πει λίγα και μηδαμινά, παρά τα μέγιστα και πολυσήμαντα, αχρηστεύοντας τα λόγια της ψευδεπίγραφης κενότητας και της άκαρπης βαττολογίας.
Και ιδού, κατ’ αρχάς, πώς αυτός ο πρόδρομος της νεοελληνικής γλώσσας με «το γράψιμον το απελέκητο» και αυτός ο πρόμαχος του ακραιφνούς νεοελληνικού μας βίου γίνεται παράδειγμα αναγνώρισης και προτροπή ευγνώμονης ανταπόδοσης προς τους συναγωνιστές του μέσα από την αναφορά του προς την επί των Στρατιωτικών Γραμματείαν τον Δεκέμβριο του 1834: «Οι αγωνισταί να πεθαίνουν της πείνας, κ’ εμείς να πλερωνώμαστε ολίγοι άνθρωποι; Εμείς οι ολίγοι φέραμεν την λευτεριάν; Να κόψωμεν κ’ εμείς τον μιστόν μας, είτε να πάρουν και οι αδελφοί μας συναγωνισταί! Ειδέ ξίκι να γένη και σ’ εμάς! Τότε φκειάνω μίαν αναφοράν και λέγω· “Επειδήτις όσοι αγωνίστηκαν πεθαίνουν από την πείνα και την ταλαιπωρίαν, καθώς και χήρες των σκοτωμένων και παιδιά τους, τον μιστόν οπού μου δίνετε διατάξετε να μου κοπή όλος και να τον δίνετε εις τους αγωνιστάς και χήρες κι’ αρφανά των σκοτωμένων.”».
Ωστόσο, τα όσα επισημαίνει ο επίλογος των Απομνημονευμάτων του συνδαυλίζουν ως άκρως επίκαιρα και προφητικά τα καθ’ ημάς επιχωριάζοντα: «Όσοι έχουν την τύχην μας σήμερον εις τα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, τόχουν σε δόξα, τόχουν σε τιμή, τόχουν σε ικανότη το να τους ειπής ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά εις την πατρίδα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται. Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας».
Και δεν τα βάζει μόνο με τους κλεπτοκράτορες και τους πατριδοχαλαστές, μα και με τους πατριδοκάπηλους και τους πατριδοπατέρες επικαρπωτές· εμφυσώντας τους το φρόνημα του Γένους και όχι του Ατόμου ορμηνεύει: «…ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι· Είμαστε εις το “εμείς” κι’ όχι εις το “εγώ”. Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκειάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί».
Από τα «Οράματα και Θάματα», ο «Πατριδοφύλακας» Μακρυγιάννης υπερασπίζεται συνεκδοχικά την αυτόκλητη αποστολή του, απαξιώνοντας τους πατριδοκατακτητές. Έτσι, μέσα από ένα απόκρυφό του όνειρο με την αμφισημία του κρυμμένου και του αποκαλυπτικού μηνύματος μάς αφηγείται για την αρχαία πέτρα στον Υμηττό με τα «κεφαλιακά» γράμματα, που εποφθαλμιούσαν οι ξένοι. Και ο πρωταγωνιστής γέροντας του ονείρου υψώνει τη φωνή του ενάντια στην ξένη επιβουλή: «Ό,τι να κάμουν και τα βασίλειά τους να ξοδιάσουνε όλα, αυτείνη η πέτρα θα μείνει εις τον τόπον της ασάλευτη και του κάκου κοπιάζουν όλοι αυτείνοι και ό,τι κάνουν θα (το) βρούνε με τον καιρό τους, και η πέτρα αυτείνη είναι δική σας, δεν μπορεί να σας την πάρει κανένας από αυτούς όλους και να μη φοβάστε».
ΙΔΕΟΣΚΟΠΙΟ





