Ωτοστόπ
Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Βρέθηκαν έξω από το γραφείο όπου εργοδοτούνται. Νωρίτερα από ό,τι συνήθως. Αντάλλαξαν καλημέρες. Καινούργιοι στο επάγγελμα. Αρχή σταδιοδρομίας. Μπήκαν στο αμάξι της κοπέλας. Ο άντρας συνοδηγός. Πήραν καφέ απ’ το δρόμο. Βγήκαν στο highway. Το ραδιόφωνο έπαιζε βαρετές διαφημίσεις. Πριν προλάβουν να διαλέξουν CD, από το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου έβγαιναν καπνοί. Υπερθέρμανση μηχανής. Πανικοβλήθηκαν. Προσεκτικά, πάρκαραν στην άκρη του αυτοκινητόδρομου. Εκτός λειτουργίας. Έβλεπε ο ένας τον άλλο. Τηλεφώνησαν στην οδική βοήθεια. Αγχώθηκαν. «Θα αργήσουμε». Έπρεπε να δώσει λύση. Δεν του πήρε πολύ. Ο άντρας περπάτησε μερικά μέτρα. Τέντωσε το αριστερό του χέρι. Τα δάχτυλά του διπλωμένα-γροθιά κι ο αντίχειρας να δείχνει δυτικά. Προς τον προορισμό. Η συνάδελφος, παρατηρούσε εξ αποστάσεως. Χαμογέλασε. Προχώρησε. Στάθηκε πλάι του. «Θα πάμε με ωτοστόπ» της είπε, χωρίς να κοιτάξει προς το μέρος της. Τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά αργά. Παρά την αυξημένη κίνηση στον αυτοκινητόδρομο, δεν σταματούσε κανένα τροχοφόρο. «Εισέπραξαν» μερικά κορναρίσματα. Ως ελάχιστη ένδειξη συμπαράστασης; Χαιρετισμός; Ίσως. Άρχισαν να ανησυχούν. Η εκδίκαση της υπόθεσης θα ξεκινούσε, ο πελάτης τους θα περίμενε υπεράσπιση και τον δικαστή ποσώς θα τον ενδιέφερε η δικαιολογία.
Κοίταξε το ρολόι του. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη βρισιά που ξεστόμισε και ένα βαν έκανε σινιάλο με τα φώτα. Σταμάτησε με σβέλτες κινήσεις. Τριθέσιο βαν. Μα εκτός από τον οδηγό, υπήρχαν άλλα δύο άτομα μέσα. Fully booked.
«Φίλε πρέπει να πάμε Πάφο. Θα μπούμε πίσω. Σε παρακαλώ».
Οι δύο επιβαίνοντες-βοηθοί, του μάστρου οδηγού, άρχισαν να αναφωνούν: «no, no, no». Και επιχειρηματολόγησαν:
«Εσύ ντυμένα καλό. Γκρεβάτα, κατάρα παπούτσι. Κοπέλα συνοτεύει. Αντροπή. Μπροστά κατίσετε εσύ».
Έφτασαν ακριβώς στην ώρα τους. Η αποβίβαση έγινε έξω από το χώρο των δικαστηρίων. Οι βοηθοί του μάστρου επανακάθισαν μπροστά. Οι νεαροί δικηγόροι, δεν ήξεραν πώς να τους ευχαριστήσουν. «Αυτά είναι δανεικά, my friend» αναφώνησε ο οδηγός. Την ώρα που οι Αφρικανοί συνοδηγοί τούς χαιρετούσαν χαμογελώντας.
φανός 395--d





