Ο κύκνος
Ανέβηκε τα έξι μικρά σκαλοπάτια κι έσπρωξε την ξύλινη δίφυλλη πόρτα, με το πολύχρωμο βιτρό στο κέντρο. Πάντα του έφτιαχνε τη διάθεση η εικόνα αυτής της πόρτας. Όσο χάλια κι αν ένιωθε. Μπήκε μέσα και κάθισε στη γωνία του μπαρ. Δεν υπήρχε κανείς στο χώρο. Με εξαίρεση τον μπάρμαν και ιδιοκτήτη της μπιραρίας. Ο φωτισμός αμυδρός, ως συνήθως. Μισοσκόταδο. Οι φλόγες του τζακιού ζέσταιναν την ατμόσφαιρα και χάριζαν φανταστικές τοιχογραφίες. Και να υπήρχε άλλη ανθρώπινη παρουσία, δεν θα μπορούσε να τη διακρίνει. Πόσω μάλλον να την αναγνωρίσει. Στον «κύκνο», καλύπτονταν ψυχές και σώματα. Λάτρευε αυτό το εκτυφλωτικό σκοτάδι. Εκεί μέσα, ένιωθε ασφαλής. Ήταν το καταφύγιό του. Παρήγγειλε ένα ποτήρι ξανθιά μπίρα. Αναγνώρισε τους Pink Floyd στα ηχεία. Τον μάγευε αυτό το μπέρδεμα με τη μουσική. Τη μία να μπαίνει και να ακούει Nina Simone. Στην επόμενη επίσκεψη να παίζει Ξυδούς, και την άλλη Μανώλη Αγγελόπουλο. «Αυτός μάλιστα, είναι ο τόπος μου!». Χωρίς σύνορα, δίχως ταμπέλες. Να συζητάς με αγνώστους για τον Άκη Πάνου, ακούγοντας Μάρλεϊ. Να ψάχνεις με τους θαμώνες, στο ημίφως, την απάντηση στο δίλημμα: Στελλάρας ή Διονυσίου; Σε μια παμπ όπου στο διάδρομο για τις τουαλέτες είναι αναρτημένο το πορτρέτο του Τζιμ Μόρισον. Αυτή είναι πατρίδα.
Όλο το βράδυ δεν αντάλλαξε κουβέντα με τον μπάρμαν. Πέρα από τις παραγγελίες για τις μπίρες. Ήπιε την τελευταία γουλιά και άφησε χρήματα στον πάγκο χωρίς να ζητήσει το λογαριασμό. Χαιρέτησε με ένα νεύμα του χεριού και παραπατώντας ελαφρώς, κίνησε προς την έξοδο. Κοντοστάθηκε, γύρισε προς τον μπάρμαν και του είπε σχεδόν ψιθυρίζοντας: «στο ράδιο άκουσα, πως αύριο θα βγάλει ήλιο».
Έσπρωξε τη δίφυλλη πόρτα, απ’ την αντίθετη αυτή τη φορά. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια και το μόνο που ευχόταν ήταν να βρει το ποδήλατό του στη θέση όπου το είχε αφήσει.
fanos 394--d





