Κριτική


Κόλπερτ **
Θεατρική Ομάδα ‘ΝΗΠΕΝΘΕΙΣ’

Άλλη μια ανεξάρτητη θεατρική προσπάθεια φιλοξενείται στις αποθήκες του θεάτρου του ΘΟΚ (πρώην Νέα Σκηνή), αυτή τη φορά από τον Φώτη Αποστολίδη, ηθοποιό του Σατιρικού θιάσου τα τελευταία 11 χρόνια, στην πρώτη του σκηνοθετική προσπάθεια εκτός Σατιρικού. Πέφτει λοιπόν με τα μπούνια στα δύσκολα, επιλέγοντας ένα σύγχρονο έργο, του 2000, του Γερμανού David Gieselmann, μια μαύρη κωμωδία με μεταμοντέρνο χιούμορ και παράλογη βία… Υπάρχει, δεν υπάρχει πτώμα, ψέματα-αλήθειες κρυμμένες σε μπαούλα, σε παιχνίδια, κοινωνικές κόνξες και καμώματα, μα κυρίως υπαρξιακή βαρεμάρα. Κοινωνικό ennui που μεταφράζεται σε θέατρο του παραλόγου… ατυχής θεματολογία, θα έλεγα, για ένα κοινό που περνά πολύ ‘ρεαλιστικές’ εποχές, με έντονη καθημερινότητα και κοινωνική ανησυχία, και σε μάλλον διαφορετική ψυχολογία αυτήν την περίοδο σε σχέση με αυτήν του έργου.
Το δύσκολο σε ένα τέτοιο ανέβασμα είναι η εξισορρόπηση μεταξύ της ελαφράδας του μαύρου χιούμορ και της βιαιότητας, της τυποφανούς συμπεριφοράς και των ανατρεπτικών εξάρσεων, στοιχεία που απαιτούν παράλληλα και ψηλό βαθμό ερμηνευτικής δυσκολίας αλλά και ύφους. Κάτι που ο σκηνοθέτης (Αποστολίδης) διαισθάνθηκε μεν και φάνηκε ότι λεπτοδούλεψε τις ερμηνείες με την ομάδα του, στο βαθμό των ικανοτήτων του καθενός βέβαια, αλλά μάλλον παρέβλεψε άλλες παραμέτρους του είδους. Θέαμα μάλλον αργό και βαρύγδουπο, εστιάζει στην αγωνία, στο φόβο, στους αυτοπεριορισμούς και τις κοινωνικές υποκρισίες. Το μαύρο χιούμορ της γραφής, αν και ξεκίνησε καλά προκαλώντας το γέλιο, δεν μας παρέσυρε στην πορεία, αντίθετα, γινόταν όλο και πιο μαύρο δράμα, και τελικά δεν απογειώθηκε σαν θεατρικό παραλόγου. Το αποκαλυπτικό τέλος μου ήρθε σαν κεραμίδα! Παρόλο που θεωρητικά, μετά από extreme violence που θα έχει προηγηθεί, ακολουθεί όντως ένα κρεσέντο απέκδυσης. Όμως δεν λειτούργησε έτσι η παράσταση που είδα. Ένιωσα να μου μένει ως θεατής το ερώτημα: τι περνούν αυτοί οι δύο, που γίνονται τρεις, και καταλήγουν να σκοτώσουν τους άλλους τρεις: ο πιο boring συνάδελφός τους, ένας λογιστής και το pizza-boy. Και ο αυταρχικός σύζυγος της μίας από τις δύο… ερώτημα που ούτε το έργο απαντά, αλλά ούτε φωτίζει η σκηνοθεσία.
Ερμηνευτικά, αν και δεν ήταν μια δυνατή ομάδα, έδειξαν τη δέσμευση και προσήλωσή τους στο θέαμα, με απόδειξη την τελευταία, γενναία πράξη. Παρ’ όλα αυτά, δεν έπεισε ο συμπαθής Πέτρος Κονόμου στο ρόλο του ‘καθηγητή του χάους’, όχι μόνο γιατί οι περιστασιακές του εξάρσεις δεν ήταν τεχνικά πλήρεις -η αγωνία του κρεσέντο και της ταχυλογίας ισοπέδωσαν το μονόλογο του ‘χάους’- αλλά γενικότερα ο συνδυασμός σοβαρότητας, ‘τρέλας’ και γελοιότητας του χαρακτήρα δεν ήταν τόσο απολαυστικός όσο θα έπρεπε. Ούτε όμως το κείμενο καταφέρνει να γίνει τόσο αστείο όσο θέλει όπως στη σκηνή της υπερβολικά παρεξηγημένης παραγγελίας delivery. Απέναντί του ο ‘μονοκόμματος’ αρχιτέκτονας του Χρήστου Κωνσταντινίδη φαινόταν ακόμα πιο άπειρος και άκομψος, σαν θυμωμένο μπουλντόγκ, έτοιμο να ορμήξει, εξυπηρετώντας εν μέρει το ‘κλισέ’ του ρόλου. Καλύτερη η ερμηνεία της αφελούς ξανθιάς και καταπιεσμένης συζύγου που παρασύρεται, της Τζωρτζίνας Τάτση, με αποτελεσματικότερα και απολαυστικότερα ερμηνευτικά τερτίπια. Συμπαθητική επίσης η σύντροφος του καθηγητή και συνεργός στο έγκλημα Μαρία Παπακώστα, χωρίς όμως να ξεκαθαρίζει το κωμικό της στίγμα. Απλοϊκός ο pizza-boy του Θωμά Νικοδήμου.