Η χειραποσκευή

Είχε ετοιμάσει τη μικρή βαλίτσα της. Μια ταλαιπωρημένη καφέ, δερμάτινη χάντμπαγκ. Την ίδια τσάντα που κρατούσε κι εκείνο τον Ιούλη. Τότε που μάζεψαν άρον-άρον πέντε πράγματα. «Μην παίρνετε πολλά. Θα γυρίσουμε σε λίγες μέρες» είπε στα παιδιά. Όταν οι μέρες πέρασαν κι έγιναν μήνες, την ίδια τσάντα είχε μαζί της και στη διαδρομή προς τη Λεμεσό. Και επιπλέον έφερε και ένα αυτοκόλλητο. Ετικέτα. Όχι η δερμάτινη τσάντα, μα το μέτωπό της. Πρόσφυγας. Και οι μήνες έγιναν χρόνια. Και τα χρόνια περνούσαν. Και ξαναγέμισε την καφέ δερμάτινη χάντμπαγκ. Γέμισε ασφυκτικά και δύο βαλίτσες τεράστιες. Και μπήκαν σε ένα ταξί. Αφήνοντας τα δύο από τα πέντε παιδιά τους πίσω. Ενήλικα πλέον. Και η καφέ, δερμάτινη τσάντα, σφηνώθηκε μαζί με άλλες στον ειδικό χώρο, στην καμπίνα ενός αεροπλάνου. Και το φερμουάρ της άνοιξε σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα. Σε τέσσερις νέους τοίχους, που έπρεπε να «βαφτίσει» σπίτι. Και μετά από κάμποσα χρόνια, έψαχνε τις ντουλάπες. Αναζητούσε εκείνη τη βολική, ανθεκτική, δερμάτινη τσάντα. Ήθελε να τοποθετήσει μέσα τα δώρα που θα έπαιρνε στα εγγόνια της. Επαναπατρισμός. Και υποδοχή στον αερολιμένα Λάρνακας. Η τσάντα φορτώθηκε στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του γαμπρού της. Και οδήγησαν νότια. Για το διαμέρισμα που της κανόνισαν. Ενοίκιο. «Είναι μικρό, μητέρα, μα άνετο». Έβγαινε στο μπαλκονάκι της και έβλεπε τη λεωφόρο. Και τα φανάρια να αλλάζουν χρώματα. Τα αμάξια να σταματούν και να εκκινούν. Τα χρόνια να φεύγουν και μαζί να παίρνουν ανθρώπους. Πρόσωπα αγαπημένα. Άκουγε τις μηχανές να μαρσάρουν και τις κόρνες των βιαστικών να ρυπαίνουν.
Εκείνο το απόγευμα, της πήρε χρόνο να ετοιμάσει την τσάντα. Περισσότερο χρόνο από κάθε άλλη φορά. Τρεμάμενα χέρια, μπαστούνι. Πονούσε κι αφόρητα τα πόδια της. Πότισε τη γλάστρα με το μαραμένο βασιλικό. Κάθισε στον καναπέ και πάτησε το «on» στο τηλεκοντρόλ. Το πρωί, θα τηλεφωνούσε σ’ ένα ταξί. Θα παρακαλούσε τον οδηγό να την πάει σπίτι της.