"Είμαι έτοιμος να λειτουργήσω ως ένας τολμηρός, ώριμος πολιτικός, ο οποίος γνωρίζει το τι μπορεί να επισυμβεί από τη μη λύση, αλλά και από μία κακή λύση", δήλωσε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, στην τελευταία συνέντευξή του προς το ΡΙΚ, από τις πολλές που δίνει τον τελευταίο καιρό στην κρατική τηλεόραση.
Η δήλωση αυτή του Προέδρου της Δημοκρατίας στρέφει τη μνήμη του πολίτη δέκα περίπου χρόνια πίσω, και συγκεκριμένα στο σχέδιο Ανάν, όταν ο Νίκος Αναστασιάδης δεν επιμέτρησε ορθώς τι θα επισυνέβαινε από τη βεβαία, μη λειτουργία αυτού του σχεδίου, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την εθνική και βιολογική καταστροφή του κυπριακού Ελληνισμού.
Ελπίζουμε, όμως, στα δέκα χρόνια που έχουν παρέλθει, να έχουν ωριμάσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ώστε πράγματι σήμερα, θέλουμε να πιστεύουμε, να είναι σε θέση πλέον να αντιλαμβάνεται τι θα επισυμβεί σε περίπτωση κακής λύσης. Διότι σε περίπτωση μη λύσης, μας είπε επανειλημμένα, τα τελευταία χρόνια, τι θα συμβεί: Βλέπει να έρχονται στις ελεύθερες περιοχές οι Τουρκοκύπριοι και να απαιτούν τα δικαιώματα που τους προσφέρει το ζυριχικό σύνταγμα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο κράτη, ένα στον βορρά, αμιγώς τουρκικό και υπό την απόλυτη επιρροή της Τουρκίας και ένα "μιξ" κράτος στον νότο, από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους.
Αυτό θα είναι, κατά την άποψη Αναστασιάδη, το αποτέλεσμα της μη λύσης. Αλλά βεβαίως, χειρότερο θα είναι το αποτέλεσμα της κακής λύσης. Θα είναι η διάλυση του κυπριακού κράτους, η μετατροπή του κυπριακού Ελληνισμού σε κοινότητα και τέλος η πλήρης εξαφάνισή του.
Αλλά, μεταξύ δύο κακών, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλείται να επιστρατεύσει όλη τη σοφία του και όλη την ωριμότητά του, ώστε ούτε κακή λύση να προκύψει ούτε μη λύση. Καλείται να προσπαθήσει να βρει δίκαιη και λειτουργική λύση, ώστε το κυπριακό κράτος να επιβιώσει και ο κυπριακός Ελληνισμός να παραμείνει στη γη των προγόνων του.
Για να υπάρξει όμως δίκαιη και λειτουργική λύση, πρέπει πρώτιστα να καμφθεί η τουρκική αδιαλλαξία. Έχει το σχέδιο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να επιτύχει σωφρονισμό της Τουρκίας, ώστε να διαπραγματευθεί αυτήν τη λύση;
Δεν μας είπε ποτέ αν έχει τέτοιο σχέδιο. Δεν μας εξήγησε ποτέ πώς θα κάμψει την τουρκική αδιαλλαξία.
Με την εμμονή στον διακοινοτικό διάλογο; Μα αυτός απέτυχε να δώσει λύση, αν και αριθμεί μισό αιώνα ζωής.
Με την προσήλωση στη λύση της διζωνικής ομοσπονδίας; Μα αυτή δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο συζήτησης για την τουρκική πλευρά.
Με την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος; Μα και αυτό το έλασσον κατέστη ήδη ανέφικτο.
Με τη δημιουργία στρατηγικών συμμαχιών που θα ασκήσουν πίεση επί της Τουρκίας; Μα οι μεγάλες δυνάμεις έχουν ωμά δηλώσει ότι δεν έχουν καμία διάθεση να ασκήσουν πίεση επί της κατοχικής δύναμης.
Με μία νέα στρατηγική, η οποία θα ανατρέψει την προηγούμενη; Μα η Κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν έχει σχέδιο Β.
Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι να θεωρητικολογούμε και να αοριστολογούμε. Οι ηγέτες πρέπει να έχουν έτοιμα σχέδια, ώστε ούτε κακή λύση να προκύψει ούτε μη λύση να διαιωνίζει το πρόβλημα.
Εδώ, ο κ. Αναστασιάδης, καθηλώθηκε στις ορολογίες και στις αοριστολογίες. Περιφέρεται μεταξύ ευκταίου και εφικτού, ωφέλιμου και αρεστού, χωρίς να καθορίζει επακριβώς τι είναι το εφικτό και τι το ευκταίο. Τι είναι το ωφέλιμο και τι το αρεστό.
Δεν προχωρούμε, όμως, με θεωρίες και ορολογίες. Απαιτούνται σχέδια και νέες στρατηγικές. Και αποτελεί υποχρέωση των ηγετών να τα αποφασίσουν. Αλλά αδυνατούν...
Τα ακίνητα της εβδομάδας




